Ο Γιαν Κρούμινς, ο Ουβάϊς Αχτάεβ, ο Τκατσένκο με τον Σαμπόνις είναι τα τέσσερα ονόματα που η πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση παρουσίασε στο άθλημα των ψηλών και τα υψομετρικά χαρακτηριστικά τους (όλοι από 2.20 μέτρα και πάνω) τους ενέταξαν στην κατηγορία των "γιγάντων".

Παραδόξως, αυτός που τους ξεπερνούσε όλους στο ύψος, δεν φόρεσε ποτέ την φανέλα με το σφυροδρέπανο και το όνομα του Αλεξάντερ Σιζονένκο το γνωρίζουν σήμερα ελάχιστοι και κυρίως ως τον ψηλότερο αθλητή στην ιστορία του μπάσκετ.

Δεν έγινε ποτέ αστέρας του αθλήματος και δεν πέρασε ποτέ το κατώφλι της εθνικής ομάδας της ΕΣΣΔ. Έζησε όμως μια ζωή που αξίζει να τη μνημονεύσω.

Προσκλήθηκε σε εκπομπή αφιερωμένη στους πιο ασυνήθιστους ανθρώπους και συμμετείχε σε κινηματογραφική ταινία. Του προσφέρθηκε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για το σώμα του μετά τον θάνατό του. Καταχωρίστηκε στο Βιβλίο Ρεκόρ Γκίνες ως ο ψηλότερος άνθρωπος στη Σοβιετική Ένωση.

Την περίοδο καταγραφής του ρεκόρ του, το ύψος του ήταν 2 μέτρα και 39 εκατοστά και προς το τέλος της ζωής του έφτασε τα 2 μέτρα και 45 εκατοστά, δηλαδή 30 πόντους πιο κοντός από τον Ρόμπερτ Γουάντλοου, τον ψηλότερο άνθρωπο στην ιστορία που πέθανε σε ηλικία 22 ετών, ο Σιζονένκο έζησε τριάντα χρόνια παραπάνω. Όμως, στη διάρκεια αυτής της ζωής, η μοίρα του έδειξε το σκληρό της πρόσωπο...

Η ιδιαίτερη πατρίδα του Σιζονένκο ήταν η ουκρανική πόλη Ζαπορόζιε στην περιφέρεια της Χερσώνας, ένας τόπος που απαθανάτισε για πάντα το 1880 ο ζωγράφος Ίλια Ρέπιν, στον υπέροχο πίνακα του με τον τίτλο "Η απάντηση των Κοζάκων Ζαπορόζτσι στον Σουλτάνο Μωάμεθ Δ".

Αλεξάντερ Σιζονένκο: Ο ψηλότερος αθλητής στην ιστορία του μπάσκετ

Στις 21 Μαρτίου 1959 γεννήθηκε ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας σε μια συνηθισμένη οικογένεια, ο πατέρας του ήταν χειριστής μηχανημάτων στο τοπικό εργοστάσιο και η μητέρα του νοικοκυρά. Η οικογενειακή ζωή στη Σοβιετική Ένωση κυλούσε ομαλά για τους Σιζονένκο, μέχρι την ημέρα που διαπίστωσαν ότι ο γιος τους αναπτυσσόταν υπερβολικά γρήγορα, σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος είχε φυσιολογικό ύψος και σωματοδομή.

Σε ηλικία 10 ετών ο Αλεξάντερ έβλεπε τον κόσμο από το 1 μέτρο και 70 εκατοστά. Έπρεπε όμως να φτάσει 14 χρονών και το ύψος του στα 2.02 μέτρα για να θορυβηθούν οι γονείς του και να απευθυνθούν σε γιατρούς, οι οποίοι διέγνωσαν ότι ο γιος τους έπασχε από ακρομεγαλία, μια σπάνια αλλά πολύ σοβαρή ορμονική διαταραχή της υπόφυσης που προκαλεί υπεράυξηση των άκρων.

Υποβλήθηκε σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, η ιατρική πρόβλεψη για το προσδόκιμο ζωής του Αλεξάντερ δεν περιείχε καμία δόση αισιοδοξίας, θα πέθαινε προτού φτάσει στην ηλικία των 35.

Αλλά όπως συνέβη και στην παρόμοια περίπτωση του Ουβάϊς Αχτάεβ, ο αθλητισμός παρουσιάστηκε ως σανίδα σωτηρίας και η ενασχόληση του με το μπάσκετ ξεκίνησε εντελώς τυχαία.

Αφού περάτωσε τη σχολική εκπαίδευση, άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του ηλεκτρολόγου, η αθλητική καριέρα δεν υπήρχε ως πιθανή προοπτική στο κάδρο της ζωής του.

Το καθοριστικό σημείο της ένταξης του Σιζονένκο στον αθλητισμό, ήταν εκείνη η μέρα του 1976 που χρειάστηκε να πάει για κάποια δουλειά στην πόλη της Νόβαγια Κακχόβκα και επιστρέφοντας, βρέθηκε στο ίδιο λεωφορείο με την ομάδα μπάσκετ της Σπαρτάκ Νικολάεφ.

Ο προπονητής της ομάδας, αφού συνήλθε από το σοκ του 17χρονου που τώρα ξεπερνούσε σε ύψος τα 2 μέτρα και 17 εκατοστά, τον πλησίασε διστακτικά, του μίλησε και τον κάλεσε να δοκιμάσει την τύχη του στο μπάσκετ. Ο Αλεξάντερ αρνήθηκε αρχικά την πρόταση, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερε ούτε τι σχήμα έχει η μπάλα και ο συνεσταλμένος χαρακτήρας του τον απέτρεψε από αυτό το μεγάλο βήμα.

Όμως, η φήμη για την ύπαρξη ενός ανθρώπου με τα δικά του σωματικά προσόντα, έφτασε σύντομα στα αφτιά ενός από τους πολλούς "κατασκόπους" που έψαχναν νέο αίμα για χάρη του Βλαντιμίρ Κοντράσιν, του προπονητή της Σπαρτάκ Λένινγκραντ και χρυσού Ολυμπιονίκη στο Μόναχο το 1972.

Αυτή τη φορά ο Σιζονένκο πείστηκε και χωρίς να έχει αγωνιστεί ούτε σε έναν αγώνα στην Ουκρανία, βρέθηκε σε μια άλλη Σπαρτάκ, αυτή του Λένινγκραντ, τη μεγάλη αντίπαλο της ΤΣΣΚΑ Μόσχας τη δεκαετία του '70 και στα χέρια του Κοντράσιν.

Στο Λένινγκραντ ο Σιζονένκο τέθηκε υπό την προστασία του ήρωα του Μονάχου, του Αλεξάντερ Μπέλοφ, και γρήγορα ο νεαρός γίγαντας έδειξε ότι αν και άγουρος, υπήρχε στην περίπτωση του κάτι που με πολλή δουλειά θα μπορούσε να αξιοποιηθεί. Στην πρώτη του προπόνηση εντυπωσίασε τους πάντες, όταν ευστόχησε σε 19 συνεχόμενα σουτ, γεγονός που άφησε άφωνους τους συμπαίκτες του, καθώς εκείνη την εποχή δεν ήταν συνηθισμένο να συναντάς τόσο ψηλούς παίκτες με καλό σουτ από μέση απόσταση. Το μέλλον έδειχνε ελπιδοφόρο, όμως τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς έτσι.

Από το 1976 έως το 1978 αγωνίστηκε στη Σπαρτάκ, όπου γρήγορα καθιερώθηκε στην πρώτη ομάδα. Δίπλα στον Κοντράσιν κατέκτησε τη δεύτερη θέση στο σοβιετικό πρωτάθλημα, όμως δεν κατάφερε να διατηρήσει για πολύ τη θέση του στην ομάδα.

Ο Κοντράσιν, πάντα καινοτόμος, προωθούσε τότε ένα πιο γρήγορο στυλ παιχνιδιού για τη Σπαρτάκ, η επιζητούμενη ταχύτητα ήταν κάτι στο οποίο ο Σιζονένκο δεν μπορούσε να προσαρμοστεί.

Με το ύψος του ήταν εξαιρετικός στα ριμπάουντ και καλός αμυντικός, η αλήθεια είναι όμως πως ο Κοντράσιν εμπιστευόταν πάντα περισσότερο τον Σιλάντιεφ ως αλλαγή του Μπέλοφ. Ο Σιζονένκο θα μπορούσε να παραμείνει στη Σπαρτάκ, αποδεχόμενος τον ρόλο του ως συμπληρωματικός παίκτης, αν δεν είχε συμβεί το τραγικό περιστατικό που σήμανε το τέλος της διαμονής του στο Λένινγκραντ.

Τον Οκτώβριο του 1978 σε ηλικία 26 ετών, ο Αλεξάντερ Μπέλοφ πέθανε εξαιτίας καρδιαγγειακού σαρκώματος. Η τραγωδία οδήγησε σε αυστηρότερους ιατρικούς ελέγχους για αθλητές με εγνωσμένα προβλήματα υγείας και ο Σιζονένκο ήταν ένας από αυτούς.

Με τον θάνατο του Μπέλοφ όχι μόνο έχασε τον καλύτερο του φίλο και μέντορα στην ομάδα, αλλά λόγω του δικού του προβλήματος, η Σπαρτάκ τον αποδέσμευσε.

Ο Κοντράσιν τον συμβούλεψε να μετακινηθεί σε μια επαρχιακή ομάδα, όπου θα ήταν ευκολότερο να περνά απαρατήρητος και να αγωνίζεται. Ακολουθώντας τη συμβουλή του προπονητή του, ο Σιζονένκο μετακόμισε στην πόλη Κουιμπίσεφ, τη σημερινή Σαμάρα.

Την ίδια χρονική περίοδο την τοπική ομάδα μπάσκετ, ανέλαβε ο Γκένριχ Πριμάκοφ, ένας προπονητής με καλή φήμη ως τεχνικός ομάδων γυναικών. Ο Πριμάκοφ ήταν φιλόδοξος και άνθρωπος με μεγάλα σχέδια και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πείσει τη διοίκηση να μετονομάσει την ομάδα σε Στρόϊτελ Κουιμπίσεφ και έθεσε ως στόχο την άνοδο στην πρώτη κατηγορία του πρωταθλήματος της ΕΣΣΔ.

Έψαχνε νέους παίκτες και ο φίλος του, ο διαιτητής Όλεγκ Γκορμπάτοφ που είχε διαιτητεύσει αγώνες που συμμετείχε ο Σιζονένκο, τον συμβούλευσε να τον αποκτήσει, όπως και έγινε και ο Αλεξάντερ σε ηλικία 20 ετών, βρέθηκε στις όχθες του Βόλγα.

Στη «φαρέτρα» του Πριμάκοφ, ο Σιζονένκο ήταν το πολυτιμότερο βέλος. Με τη συμβολή του, η Στρόϊτελ μέσα σε δύο χρόνια εισήχθη στην ελίτ του σοβιετικού μπάσκετ. Τκατσένκο, Μπελοστένι, Σαμπόνις, Ντεριούγκιν, όλοι οι μεγάλοι Σοβιετικοί σέντερ βρέθηκαν κατά καιρούς απέναντι του και δυσκολεύτηκαν πολύ.

Όταν ο Τκατσένκο αγωνιζόταν ακόμα στην Ουκρανία για τη Στρόϊτελ Κιέβου, συνηθισμένος να κυριαρχεί απέναντι σε όλους, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Σιζονένκο. Έβαλε μόνο δύο πόντους...

Σε φιλικό με τη Ζαλγκίρις στο Κάουνας λίγο μετά τον θάνατο του Μπρέζνιεφ, πέτυχε 42 πόντους με αντίπαλο τον Σαμπόνις, ο Άρβιντας έδειχνε μικρός μπροστά στον γίγαντα των 2.39 μέτρων...

Γιατί λοιπόν αυτός ο αθλητής δεν κλήθηκε ποτέ από τον Γκομέλσκι για να στελεχώσει την εθνική ομάδα και να παρουσιαστεί στο διεθνές μπάσκετ; Υπάρχει ένας διαδεδομένος θρύλος που υποστηρίζει ότι εκείνα τα χρόνια ο "Συνταγματάρχης" τον κάλεσε στην εθνική σε φιλικούς αγώνες με το Πουέρτο Ρίκο στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το Μουντομπάσκετ του 1982 και υποτίθεται ότι ο Σιζονένκο αποκλείστηκε λόγω προβλημάτων με τη βίζα του.

Ωστόσο, όταν το ερώτημα αυτό τέθηκε στον Βλαντίμιρ Γκομέλσκι, τον γιο του "Συνταγματάρχη για το κατά πόσον αληθεύει, η απάντηση του δεν άφησε περιθώριο για αμφισβήτηση...
«Ο πατέρας μου δεν σχεδίαζε ποτέ να συμπεριλάβει τον Σιζονένκο σε αποστολή της εθνικής ομάδας. Η κατάσταση της υγείας του ήταν γνωστή σε όλους τους προπονητές της ΕΣΣΔ και φυσικά ο Γκομέλσκι την γνώριζε καλύτερα από όλους».

Ο Αλεξάντερ συνέχισε να αγωνίζεται στο εγχώριο πρωτάθλημα με τη Στρόϊτελ, όμως μετά το 1983 ξεκίνησαν οι επώδυνοι τραυματισμοί στα πόδια του που τον υποχρέωναν να μένει εκτός αγώνων και προπονήσεων για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Και το χειρότερο; Το 1985 ο Πριμάκοφ πέθανε και ο αντικαταστάτης του στον πάγκο της Στρόϊτελ ξεκαθάρισε στον Σιζονένκο ότι δεν τον υπολογίζει. Σε συνδυασμό με τους τραυματισμούς, ο Αλεξάντερ πήρε την απόφαση να αποσυρθεί το 1986, μόλις στα 27 του χρόνια.

Ίσως σε κάποια άλλη χώρα να του είχε χορηγηθεί μια ισόβια σύνταξη, για να μπορέσει να ζήσει αξιοπρεπώς το υπόλοιπο της ζωής του. Όχι όμως στη Σοβιετική Ένωση την εποχή της "Περεστρόικα", οι αρχές έκριναν διαφορετικά και του χορήγησαν μια πενιχρή σύνταξη 63 ρουβλίων όταν η μέση σύνταξη στην ΕΣΣΔ ήταν 100 ρούβλια.Τα χρήματα δεν έφταναν και μετά βίας επιβίωνε.

Στη διάρκεια της καριέρας του σε ένα καθεστώς που κρυβόταν πίσω από τον ερασιτεχνισμό και τη συλλογικότητα, ο Αλεξάντερ δεν κατάφερε να αποταμιεύσει κάποιο κεφάλαιο και μετά το τέλος αυτής, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για αυτόν, όλοι τον ξέχασαν. Παρά το γεγονός ότι διέθετε δύο πτυχία (το ένα από τεχνική επαγγελματική σχολή ως ηλεκτρολόγος και το άλλο από το Οικονομικό Ινστιτούτο Κουιμπίσεφ) δεν κατάφερε να βρει εργασία.

Μόνο η γενναιοδωρία των συμπονετικών γειτόνων του κρατούσε τον Σιζονένκο στη ζωή. Ο φίλος του, Σεργκέι Βολκόφ, μίλησε στην εφημερίδα "Samarskiye Izvestia" για τις επισκέψεις του στο σπίτι του Αλεξάντερ, ο οποίος αρχικά αρνούνταν με αξιοπρέπεια τη βοήθεια του γείτονα του, μέχρι που μια μέρα παραδέχτηκε με δάκρυα στα μάτια πως «Δεν έχω αρκετά χρήματα για φαγητό».

Ο Βολκόφ πήρε την πρωτοβουλία και το 1987 δημοσίευσε άρθρο στο περιοδικό "Sobesednik" περιγράφοντας τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης του φίλου του, το οποίο συγκλόνισε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση. Με παρέμβαση του Κοντράσιν και του Γκομέλσκι, η σύνταξη του διπλασιάστηκε, ένας ράφτης του έραψε καινούρια ρούχα στα μέτρα του

Ακόμα και ταινία γυρίστηκε με πρωταγωνιστή τον ίδιο και τίτλο "Είναι δύσκολο να είσαι Γκιούλιβερ" και προβλήθηκε στους κινηματογράφους σαν παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος. Μια φοιτήτρια από το Λένινγκραντ, η Σβετλάνα Γκουμένιουκ, έσπευσε στο Κουιμπίσεφ έτοιμη να βοηθήσει τον Σιζονένκο. Μετά από λίγο, ο Αλεξάντερ και η Σβετλάνα παντρεύτηκαν.

Το 1992 και μετά την πτώση του Κομμουνισμού στην πρώην Σοβιετική Ένωση, ο Σιζονένκο δέχτηκε σειρά προτάσεων από διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές, κυρίως από χώρες του ανατολικού μπλοκ. Στην Τσεχοσλοβακία, το κινηματογραφικό στούντιο "Barrandov Film" τον προσκάλεσε να υποδυθεί τον ρόλο του γίγαντα στην ταινία "Ο γενναίος ραφτάκος". O διάσημος Γερμανός γιατρός Γκούντερ φον Χάγκενς τον κάλεσε να πάει στη Γερμανία με το πρόσχημα ιατρικής θεραπείας, όμως στην πραγματικότητα αποδείχθηκε ότι ο Χάγκενς δεν τον χρειαζόταν ζωντανό. Ήθελε να κρατήσει το σώμα του μετά τον θάνατό του για να το εκθέσει στο διαβόητο μουσείο του.

Του πρόσφερε ισόβια σύνταξη 400 γερμανικών μάρκων κάθε μήνα με αντάλλαγμα το σώμα του. Παρότι δεν είχε χρήματα, ο Σιζονένκο -άνθρωπος με βαθιές θρησκευτικές πεποιθήσεις- αρνήθηκε με κατηγορηματικό τρόπο ακόμα και την αυξημένη οικονομική πρόταση των 40.000 μάρκων εφάπαξ λέγοντας πως, «Είμαι θρησκευόμενος άνθρωπος. Θέλω να ταφώ όπως κάθε άλλος άνθρωπος. Δεν θα με περιφέρουν σαν σκιάχτρο».

Τα οικονομικά προβλήματα συνέχισαν να υπάρχουν και κατά τη διάρκεια του γάμου του, τα χρήματα ποτέ δεν επαρκούσαν και η Σβετλάνα βρέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου όταν συνελήφθη για απάτη με πλαστές επιταγές. Η ποινή που της επιβλήθηκε ήταν φυλάκιση δύο χρόνων με τριετή αναστολή και λίγο αργότερα οι Σιζονένκο επέστρεψαν στο Λένινγκραντ που είχε πάρει το ξανά την ονομασία που είχε όταν ιδρύθηκε, γύρισαν στην Αγία Πετρούπολη.

Για μικρό χρονικό διάστημα, ο Σιζονένκο έμεινε με τους γονείς της συζύγου του, στο χωριό Γκορέλοβο, σε ένα σπίτι χωρίς ζεστό νερό και θέρμανση. Ο πεθερός του ήταν αντίθετος με αυτή τη συγκατοίκηση και επανειλημμένα έβγαζε τα πράγματα του Σιζονένκο έξω από την πόρτα, σε μια προσπάθεια να τον υποχρεώσει να φύγει από το σπίτι.

Τελικά, ο Αλεξάντερ αναγκάστηκε να νοικιάσει διαμέρισμα σε μια φτωχική γειτονιά. Τα χρήματα ξανά δεν επαρκούσαν και πολλές φορές αν και το ενοίκιο ήταν χαμηλό, καθυστερούσαν την πληρωμή ελπίζοντας στην κατανόηση των ιδιοκτητών.

Αυτό υπήρξε το σημείο καμπής σε μια οικογενειακή ζωή που κατέρρεε. Δύο χρόνια μετά τη γέννηση του γιου τους, η Σβετλάνα χώρισε από τον Σιζονένκο. Εκείνος έμεινε μόνος και η σωτηρία προήλθε από την Επιτροπή Αθλητισμού της Αγίας Πετρούπολης και την προσωπική στήριξη της τρις Ολυμπιονίκη Τατιάνα Καζανκίνα. Φρόντισαν ώστε ο Αλεξάντερ να στεγαστεί σε κοινοτικό διαμέρισμα που ανήκε στις δημοτικές αρχές της πόλης. Το πρόβλημα ήταν ότι τα ταβάνια ήταν τόσο χαμηλά, ένα σπίτι που είχε χτιστεί το 1882, στη γωνία των οδών Βοστάνια και Ουλιάνα Γκρούμοβα.

Τα προβλήματα υγείας άρχισαν να τον καταβάλουν, μπορούσε πια να μετακινείται στηριζόμενος σε μπαστούνι αρχικά, σε πατερίτσες αργότερα. Το 2007 εμφανίστηκε σε ένα τουρνουά μπάσκετ στην Αγία Πετρούπολη και συναντήθηκε με παλιούς συμπαίκτες του από τη Στρόϊτελ.

Για τον Τύπο, αυτό αποτέλεσε σοκ. Πώς ήταν δυνατόν ο Σιζονένκο να ζει ακόμα; Οι γιατροί είχαν προεξοφλήσει πως θα πέθαινε νέος. Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, συνέχιζε να παλεύει. Όμως η εικόνα του εκείνη τη μέρα ήταν πραγματικά φρικτή.

Το πρόσωπο του είχε παραμορφωθεί, καμπούριαζε, ήταν ντυμένος με κουρέλια αντί για ρούχα και στα πόδια του φορούσε ένα ζευγάρι σκισμένα αθλητικά παπούτσια. Αλλά έδειχνε τόσο χαρούμενος που συνάντησε τους παλιούς του φίλους από τη Σαμάρα.

Νέο κύμα δημοσιευμάτων σάρωσε τη Ρωσία. Η παλιά Σπαρτάκ Λένινγκραντ υφίστατο ακόμα ως σύλλογος και οι επικεφαλής της κινητοποίησαν φιλανθρωπικά ιδρύματα για να βοηθήσουν. Αλλά η βοήθεια είχε αργήσει πια.

Το 2010 έσπασε το ισχίο του και από τότε έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι. Η Σπαρτάκ τον έστειλε σε κέντρο αποκατάστασης, όμως γρήγορα επέστρεψε στο σπίτι του κατόπιν δικής του επιθυμίας, περιμένοντας τον θάνατο που ο Σιζονένκο ένιωθε πως πλησίαζε.

Τις τελευταίες του ημέρες ήταν ευερέθιστος και οξύθυμος. Ο πρώην συμπαίκτης του στη Σπαρτάκ, Μιχαήλ Σιλάντιεφ, θυμάται ότι όταν του τηλεφώνησε για να του πει πως θα αργούσε για λίγη ώρα να του πάει κάποια φάρμακα, άκουσε μια θυμωμένη απάντηση... «Δεν χρειάζεται να έρθεις. Θα πεθάνω εδώ μόνος, δεν χρειάζομαι κανέναν».

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2012, ο Σιζονένκο δεν μπορούσε πλέον να κινηθεί καθόλου, το σώμα του είχε εξαντλήσει όλα του τα αποθέματα. Την επομένη μέρα έπεσε σε κώμα. Πέθανε στον ύπνο του στις 5 Ιανουαρίου, με τον ίδιο τρόπο που έζησε, ήσυχα, χωρίς να ενοχλεί κανέναν. Δίπλα του βρισκόταν μόνο ο δεκαεξάχρονος γιος του, ο Σάσα.

Τα χρήματα για την κηδεία του συγκεντρώθηκαν μέσω εράνου ο,τι μπορούσε ο καθένας. Για ένα φέρετρο στο μέγεθος του, ζητήθηκαν 120.000 ρούβλια. Οι φίλοι του είχαν μόνο 80.000.

«Σας παρακαλούμε, να δείξετε συμπόνια. Αυτά έχουμε, πάρτε τα και αφήστε μας να θάψουμε τον φίλο μας», ικέτευσαν στο γραφείο τελετών.

«Αυτό είναι δικό σας πρόβλημα», εισέπραξαν ως απάντηση.

Τελικά βρέθηκαν τα υπολειπόμενα 40.000 ρούβλια και ο Αλεξάντερ Σιζονένκο τάφηκε στο Νεκροταφείο της Αγίας Πετρούπολης, όχι μακριά από το σημείο όπου αναπαύονται για πάντα ο Βλαντιμίρ Κοντράσιν, ο Αλεξάντερ Μπέλοφ και άλλα μέλη της Σπαρτάκ.

Μόνο λίγοι άνθρωποι παρεβρέθηκαν στο τελευταίο αντίo, ίσως για να επιβεβαιώσουν τον αγαπημένο συγγραφέα του Σιζονένκο, τον Άντον Τσέχοφ που έγραψε κάποτε...

«Όπως θα είμαι μόνος στον τάφο μου, έτσι έζησα, ουσιαστικά μόνος»



ΠΗΓΗ: Αντρέας Τσεμπερλίδης