Αθλητικό Σαν Σήμερα: Υπήρξαν στιγμές στην ιστορία του αθλητισμού που ξεπέρασαν τα όρια ενός απλού αγώνα. Στιγμές που έγιναν εικόνες μιας ολόκληρης εποχής. Μία από αυτές γράφτηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 1961, όταν ο Αμπέμπε Μπικίλα έτρεξε ξυπόλητος στον κλασικό Μαραθώνιο και γνώρισε πρωτοφανή αποθέωση από τον ελληνικό λαό.

Λιγότερο από έναν χρόνο μετά το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, ο Αιθίοπας θρύλος επέστρεψε στη γη του Μαραθωνίου για να τρέξει στη διαδρομή που είχε γεννήσει τον μύθο του αγωνίσματος.

Το ημερολόγιο έγραφε 7 Μαΐου 1961. Η Αθήνα είχε ήδη παραδοθεί στη γοητεία του ανθρώπου που είχε συγκλονίσει τον κόσμο στους Ολυμπιακούς της Ρώμης, όταν έγινε ο πρώτος μαύρος Αφρικανός που κατέκτησε χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο και ο πρώτος που κέρδισε Ολυμπιακό Μαραθώνιο ξυπόλητος.

Εκείνη την ημέρα στην ελληνική πρωτεύουσα, περισσότεροι από 100.000 άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για να δουν από κοντά τον «άνθρωπο-σύμβολο» του Μαραθωνίου. Ο δημοσιογράφος Ανδρέας Παούρης, στο περιοδικό «Τα Σπορ», έγραψε ότι πλήθος κόσμου είχε κατακλύσει όλη τη διαδρομή για να αποθεώσει τον δρομέα από την Αιθιοπία.

Και ο Μπικίλα ανταπέδωσε με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

Ξυπόλητος, αθόρυβος, σχεδόν ασκητικός, διέσχισε την ιστορική διαδρομή και τερμάτισε σε 2:23:44.6, μέσα σε αποθέωση. Στα τελευταία χιλιόμετρα, οι Αθηναίοι τον έραιναν με λουλούδια. Λέγεται μάλιστα πως κρατούσε ανθοδέσμες ακόμη και λίγο πριν περάσει τη γραμμή του τερματισμού στο Παναθηναϊκό Στάδιο.

Η εικόνα του ξυπόλητου Αιθίοπα, λουσμένου από χειροκροτήματα και λουλούδια, έμελλε να γίνει μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Ο Μπικίλα είχε ήδη γίνει παγκόσμιος θρύλος από τη Ρώμη του 1960. Και μάλιστα σχεδόν… κατά τύχη.

Ο βασικός μαραθωνοδρόμος της Αιθιοπίας, Βάμι Μπιράτου, τραυματίστηκε παίζοντας ποδόσφαιρο λίγες ημέρες πριν από τον Ολυμπιακό Μαραθώνιο και ο Μπικίλα κλήθηκε την τελευταία στιγμή να τον αντικαταστήσει.

Ούτε καν τα παπούτσια δεν στάθηκαν σύμμαχοί του. Η Adidas δεν είχε διαθέσιμο ζευγάρι στο σωστό μέγεθος και το τελευταίο που δοκιμάστηκε τον τραυμάτιζε. Έτσι, μαζί με τον Σουηδό προπονητή του Όνι Νισκάνεν, πήραν την απόφαση που έμελλε να αλλάξει την ιστορία, να τρέξει ξυπόλητος, όπως έκανε στις προπονήσεις του στην Αιθιοπία.

Το απόγευμα της 10ης Σεπτεμβρίου 1960, κάτω από την Αψίδα του Κωνσταντίνου στη Ρώμη, πολλοί αντίπαλοί του ειρωνεύτηκαν την εικόνα του ξυπόλητου δρομέα από την Αφρική. Λίγες ώρες αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος θα περνούσε πρώτος τη γραμμή του τερματισμού με παγκόσμιο ρεκόρ 2:15:16.2.

Ήταν η γέννηση ενός θρύλου.

Ο γιος ενός φτωχού βοσκού από το Γιάτο της Αιθιοπίας είχε κατακτήσει τον κόσμο.

Γεννημένος στις 7 Αυγούστου 1932, την ημέρα που διεξαγόταν ο Ολυμπιακός Μαραθώνιος του Λος Άντζελες, ο Μπικίλα μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια και κατετάγη στον στρατό για να στηρίξει την οικογένειά του. Από εκεί τον ανακάλυψε ο Νισκάνεν, βλέποντας στο πρόσωπό του μια σπάνια αντοχή και μια σχεδόν υπερφυσική οικονομία κίνησης.

Μέχρι τα 28 του ήταν άγνωστος. Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε παγκόσμιο σύμβολο.

Το 1964, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, έγραψε ξανά ιστορία. Παρά το γεγονός ότι είχε υποβληθεί σε επέμβαση σκωληκοειδίτιδας μόλις 40 ημέρες πριν από τον αγώνα, κατέκτησε δεύτερο συνεχόμενο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στον Μαραθώνιο, αυτή τη φορά με παπούτσια και με νέο παγκόσμιο ρεκόρ 2:12:11.2.

Έγινε ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία που κέρδισε δύο συνεχόμενους Ολυμπιακούς Μαραθωνίους.

Και όμως, η ζωή του δεν κύλησε ποτέ ήρεμα.

Ενεπλάκη άθελά του σε αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελασιέ, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού, όμως σώθηκε χάρη στην προσωπική παρέμβαση του αυτοκράτορα, ο οποίος δεν ξέχασε ποτέ τι είχε προσφέρει στην Αιθιοπία.

Η μοίρα, ωστόσο, του επιφύλασσε ακόμη πιο σκληρό τέλος.

Το 1969 τραυματίστηκε βαρύτατα σε τροχαίο δυστύχημα, όταν έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του προσπαθώντας να αποφύγει διαδηλωτές. Έμεινε παράλυτος και, παρά τις προσπάθειες για αποκατάσταση, δεν κατάφερε ποτέ να επανέλθει.

Αποθέωση για τον ξυπόλητο θρύλο στην Αθήνα

Στις 25 Οκτωβρίου 1973 πέθανε σε ηλικία μόλις 41 ετών από εγκεφαλική αιμορραγία, επιπλοκή του δυστυχήματος.

Όμως ο μύθος του δεν έσβησε ποτέ.

Και ίσως μία από τις πιο ανθρώπινες και συγκινητικές εικόνες αυτού του μύθου να μην ήταν ούτε στη Ρώμη ούτε στο Τόκιο. Ήταν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα της 7ης Μαΐου 1961 στην Αθήνα, όταν ένας ξυπόλητος δρομέας από την Αιθιοπία έτρεχε μέσα σε λουλούδια και χειροκροτήματα στη διαδρομή του Μαραθώνα, σαν να κουβαλούσε πάνω του όλη την ψυχή του αθλητισμού.