Κι αν, ως μεγάλα παιδιά, δεν είχαν μάθει προ πολλού την πικρή αλήθεια για τον Αϊ-Βασίλη, ένας δικός τους άνθρωπος, ο Βέλγος ποδοσφαιριστής Ζαν Μαρκ Μποσμάν, τους έφερε το καλύτερο δώρο. Με την προσφυγή του στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο πέτυχε να επιτρέπεται στους συναδέλφους του να μεταγράφονται ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης όταν λήγει το συμβόλαιό τους με κάποιον σύλλογο.

Η «απόφαση Μποσμάν», όπως έμεινε στην ιστορία, έβαλε τέλος στους φραγμούς που είχαν να κάνουν με τον αριθμό των ξένων που μπορούσε να εντάξει στο ρόστερ της κάθε ομάδα. Οι «κοινοτικοί», όπως ονομάστηκαν, έκαναν την τύχη τους πλουτίζοντας από τις μεταγραφές, ενώ οι ιδιοκτήτες των συλλόγων είχαν την ευκαιρία σε κάθε μεταγραφική περίοδο να ικανοποιούν τις απαιτήσεις της εξέδρας.

Τα πρώτα χρόνια από την υλοποίηση της απόφασης, όμως, έδειξαν ότι το ρητό «ουδέν κακόν αμιγές καλού» μπορεί να εφαρμοστεί και αντίστροφα. Σίγουρα οι προπονητές, ειδικά σε μικρότερες ποδοσφαιρικά αγορές, είχαν πια απεριόριστες δυνατότητες επιλογής. Ομως, σύντομα, το μόνο που θύμιζε την πατρίδα κάθε ομάδας που έβγαινε στο εξωτερικό ήταν οι αναφορές των σχολιαστών κάθε αγώνα.

Οι ομάδες έχασαν τον χαρακτήρα τους, οι επαγγελματίες χωρών με μικρή παράδοση μάταια έψαχναν μια θέση, έστω και στον πάγκο, σιγά σιγά οι τιμές έπεφταν και το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο θύμιζε κάτι από... Ταϊβάν, μόνο που στη θέση των φτηνών εργατικών χεριών ήταν τα πόδια των παικτών.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η μεγάλη νικήτρια ήταν μία και μοναδική, η Αθλέτικ Μπιλμπάο, που είδε τον μύθο της, αυτόν που χρόνια την περιέβαλλε, να ζωντανεύει. Σε κάθε γωνιά του κόσμου οι πραγματικοί φίλοι του ποδοσφαίρου δεν μπορεί παρά να συγκινηθούν από το αγνό ρομάντζο που τον τελευταίο αιώνα εξελίσσεται στη Χώρα των Βάσκων.

Ηταν πριν από 100 χρόνια, το 1912, όταν η ομάδα του Μπιλμπάο (την οποία είχαν ίδρυσαν μία εικοσαετία πριν βιοπαλαιστές Βρετανοί στα διαλείμματά τους από τη σκληρή δουλειά στα ναυπηγεία της περιοχής) έβαλε στο καταστατικό της έναν όρο πρωτόγνωρο και έκτοτε αυστηρά απαράβατο: τη ριγέ φανέλα της Αθλέτικ, στην οποία ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει το έμβλημα της ισπανικής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας, είχαν δικαίωμα να φορέσουν μόνον Βάσκοι.

Η πολιτική της Καντέρα, όπως λέγεται στην τοπική διάλεκτο, δηλαδή η απόφαση να απουσιάζει οποιοσδήποτε ξένος παίκτης από τη σύνθεσή της, είναι αυτή που κάνει την Αθλέτικ τόσο ξεχωριστή στις συνειδήσεις των απανταχού φιλάθλων, ενώ της επεφύλασσε πάντοτε ιδιαίτερη αντιμετώπιση από τα μίντια. «Με τους δικούς μας παίκτες και τους δικούς μας οπαδούς, δεν έχουμε ανάγκη τους εισαγόμενους», είναι το σύνθημα της ομάδας εδώ και 100 χρόνια και η ίδια η ιστορία απέδειξε ότι η Καντέρα είναι απόλυτα επιτυχημένη επιλογή.

Με εξαίρεση τη Βασίλισσα της Μαδρίτης, η Μπιλμπάο είναι αυτή που τροφοδότησε όσο κανένας άλλος σύλλογος της χώρας την Εθνική Ισπανίας. Και είναι τόσο συνειδητή η εμμονή των Βάσκων στο δικό τους παραμύθι, αυτό που θέλει να ανακαλύπτουν ταλέντα της ευρύτερης περιοχής, να τα εκπαιδεύουν στις άρτιες εγκαταστάσεις τους και να τα ρίχνουν στην αρένα του «Σαν Μαμές», που ο σύλλογος υιοθέτησε ακόμη μία πρωτοφανή για το επαγγελματικό ποδόσφαιρο τακτική ώστε να αποφύγει την άλωση των πλούσιων της Ευρώπης.

Σε κάθε νεαρό παίκτη προσφέρεται ημιεπαγγελματικό συμβόλαιο με υψηλή ρήτρα μεταγραφής, ενώ τα εξαιρετικά οικονομικά της ομάδας, που δείχνει να αντέχει ακόμη και στην οικονομική κρίση, της επιτρέπουν να κρατάει τους Βάσκους στην πατρίδα τους.
Το ερώτημα που συχνά τίθεται είναι κατά πόσον η Καντέρα της Αθλέτικ μπορεί να αντέξει στην εποχή του μοντέρνου ποδοσφαίρου, ειδικά όταν η δεξαμενή της ομάδας περιορίζεται σε μια περιοχή με τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων της Ευρώπης.

Οι Βάσκοι χαμογελούν, πιστεύουν ότι τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα και μαζί τους ο ποδοσφαιρικός πλανήτης ζει ένα παραμύθι αναλλοίωτο από τις Σειρήνες του εξωτερικού.

Πηγή: Εξέδρα