Αθλητικό Σαν Σήμερα: Στις 20 Ιουνίου 1990, η Ελλάδα ερχόταν αντιμέτωπη με την τραγική κατάληξη μιας από τις πιο σκληρές υποθέσεις απαγωγής στα ελληνικά χρονικά. Ο 17χρονος Γιάννης Τσατσάνης, ο νεαρός Ρομά ποδοσφαιριστής του Κεραυνού Αγίας Βαρβάρας, γνωστός σε όλους με το παρατσούκλι «Μαρσελίνο», βρισκόταν νεκρός, μετά την απαγωγή του με σκοπό την απόσπαση λύτρων από την οικογένειά του.

Ο Γιάννης Τσατσάνης είχε γεννηθεί το 1973 στην Αγία Βαρβάρα. Ήταν παιδί γνωστής και οικονομικά εύρωστης οικογένειας της περιοχής. Ο πατέρας του, Γιώργος Τσατσάνης, ήταν επιχειρηματίας και έμπορος ηλεκτρικών ειδών, με επαγγελματική δραστηριότητα σε διάφορες περιοχές της Αττικής. Ο ίδιος ο Γιάννης ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στη γειτονιά και ξεχώριζε για το ταλέντο του στο ποδόσφαιρο. Αγωνιζόταν ως βασικός στον Κεραυνό Αγίας Βαρβάρας και αρχικά τον φώναζαν «Μαραντόνα». Στη συνέχεια επικράτησε το χαϊδευτικό «Μαρσελίνο», με το οποίο έμεινε στη μνήμη της κοινής γνώμης.

Η υπόθεση άρχισε ως εξαφάνιση, όμως σύντομα αποδείχθηκε ότι επρόκειτο για απαγωγή. Ο 17χρονος αγνοούνταν για περίπου δύο ημέρες όταν ο πατέρας του δέχθηκε το πρώτο τηλεφώνημα από τους απαγωγείς. Η απαίτηση ήταν σοκαριστική: 150 εκατομμύρια δραχμές για να επιστρέψει ζωντανός ο γιος του. Οι δράστες προειδοποιούσαν ότι «δεν αστειεύονται» και χρησιμοποίησαν μαγνητοφωνημένο μήνυμα του ίδιου του Μαρσελίνο, στο οποίο ο νεαρός παρακαλούσε τους γονείς του να πληρώσουν για να μην του κάνουν κακό.

Η οικογένεια προσπάθησε να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της υπόθεσης, είχαν συγκεντρωθεί περισσότερα από 50 εκατομμύρια δραχμές, με τη βοήθεια συγγενών. Όμως οι απαγωγείς, παρότι συνέχιζαν τις επικοινωνίες, δεν όριζαν ποτέ καθαρό χρόνο και σημείο παράδοσης των λύτρων. Η πραγματικότητα ήταν ακόμη πιο φρικτή: ο Γιάννης είχε ήδη δολοφονηθεί.

Η σορός του εντοπίστηκε στα Σκούρτα Βοιωτίας, σε χωράφι κοντά σε στάνη. Ο ιδιοκτήτης της στάνης αντιλήφθηκε ότι τα σκυλιά του τραβούσαν ένα κομμάτι ύφασμα από το χώμα. Σκάβοντας, ήρθε αντιμέτωπος με την ανατριχιαστική ανακάλυψη ενός θαμμένου πτώματος. Η αστυνομία έφτασε στο σημείο και σύντομα τα στοιχεία οδήγησαν στην ταυτοποίηση: τα κλειδιά που βρέθηκαν πάνω στο θύμα ταίριαζαν με το αυτοκίνητο του Γιάννη Τσατσάνη. Δεν υπήρχε πια αμφιβολία. Ο νεκρός ήταν ο «Μαρσελίνο».

Η αποκάλυψη του εγκλήματος συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία όχι μόνο για τη βαρβαρότητά του, αλλά και για την προδοσία που κρυβόταν πίσω από αυτό. Στην υπόθεση εμπλέκονταν άνθρωποι από το κοντινό περιβάλλον του 17χρονου. Ανάμεσά τους συμπαίκτης του στον Κεραυνό Αγίας Βαρβάρας, γείτονας της οικογένειας, συγγενής του, γνωστοί και πρόσωπα που είχαν πρόσβαση στις κινήσεις της οικογένειας.

Σύμφωνα με τη βασική εκδοχή των γεγονότων, το σχέδιο ξεκίνησε όταν ο Βασίλης Βασιλείου, γνωστός ως «Τζίνο» και ξάδελφος του Μαρσελίνο, φέρεται να πρότεινε σε άλλους την απαγωγή του νεαρού για λύτρα. Ο Γιάννης παρασύρθηκε με αφορμή την υποτιθέμενη αναζήτηση ενός κλεμμένου μαγνητοφώνου από το αυτοκίνητό του. Στα Πυροβολεία στο Σχιστό, στις 18 Μαρτίου 1990, δέχθηκε επίθεση από κουκουλοφόρους, ακινητοποιήθηκε, του πέρασαν χειροπέδες και του φόρεσαν κουκούλα.

Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε διαμέρισμα στο Χαϊδάρι, όπου κρατήθηκε αιχμάλωτος για περίπου πέντε ημέρες. Εκεί οι δράστες τον ανάγκασαν να ηχογραφήσει μήνυμα προς τον πατέρα του. Το μήνυμα αυτό χρησιμοποιήθηκε ακόμη και μετά τη δολοφονία του, ώστε οι απαγωγείς να συνεχίσουν να παριστάνουν ότι ο νεαρός ήταν ζωντανός.

Το βράδυ της 21ης Μαρτίου, οι απαγωγείς αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν να τον αφήσουν ελεύθερο, επειδή πίστευαν πως είχε αναγνωρίσει πρόσωπα ή φωνές. Τον μετέφεραν στα Σκούρτα Βοιωτίας. Εκεί, σύμφωνα με την περιγραφή της υπόθεσης, τον έβαλαν σε λάκκο και τον πυροβόλησαν δύο φορές από κοντινή απόσταση. Η μία σφαίρα τον χτύπησε στην καρδιά και η άλλη στον αυχένα. Μετά τη δολοφονία, το σώμα του θάφτηκε πρόχειρα.

Ακόμη πιο ανατριχιαστική ήταν η συμπεριφορά ορισμένων από τους εμπλεκόμενους μετά το έγκλημα. Κάποιοι εμφανίζονταν στην κηδεία, συμμετείχαν στις έρευνες, μιλούσαν στα Μέσα Ενημέρωσης και παρίσταναν τους συντετριμμένους. Ένας από αυτούς φέρεται μάλιστα να κρατούσε και το φέρετρο του 17χρονου. Η προδοσία ήταν σχεδόν τόσο σοκαριστική όσο και το ίδιο το έγκλημα.

Η δίκη που ακολούθησε τον Δεκέμβριο του 1991 οδήγησε σε βαριές ποινές. Ο Σταμάτης Γρυπαίος καταδικάστηκε για τη φυσική αυτουργία της δολοφονίας και του επιβλήθηκε θανατική ποινή, καθώς και 20 χρόνια κάθειρξη για άλλα αδικήματα. Ο Κωνσταντίνος Σπινάρης καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία στη δολοφονία και του επιβλήθηκε επίσης θανατική ποινή, μαζί με επιπλέον κάθειρξη. Ο Δημήτρης Αγαπητός καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον ποινές. Άλλοι εμπλεκόμενοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς καθείρξεις για αρπαγή ανηλίκου, συνέργεια, οπλοφορία και σύσταση συμμορίας.

Η υπόθεση είχε και μακρά μεταγενέστερη διαδρομή. Ένας από τους εμπλεκόμενους, ο Κωνσταντίνος Σπινάρης, δεν επέστρεψε το 2005 από άδεια στις φυλακές Αλικαρνασσού και διέφυγε στην Τουρκία, όπου αργότερα συνελήφθη για υπόθεση ναρκωτικών. Ο Δημήτρης Σκαφτούρος, που είχε διαφύγει στο εξωτερικό, εντοπίστηκε χρόνια αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την υπόθεση της έκδοσής του στην Ελλάδα να παίρνει περίπλοκη δικαστική τροπή στα αμερικανικά δικαστήρια.

Η δολοφονία του Γιάννη Τσατσάνη δεν ήταν απλώς ένα έγκλημα με οικονομικό κίνητρο. Ήταν μια υπόθεση που συνδύασε απληστία, προδοσία, ψυχρότητα και ακραία βία εναντίον ενός παιδιού 17 ετών. Ο «Μαρσελίνο» δεν έπεσε στα χέρια αγνώστων. Παγιδεύτηκε από ανθρώπους που γνώριζε, εμπιστευόταν και συναναστρεφόταν.

Τριάντα έξι χρόνια μετά, η υπόθεση παραμένει μία από τις πιο μαύρες σελίδες του ελληνικού αστυνομικού χρονικού. Και κάθε 20ή Ιουνίου δεν θυμίζει μόνο την ημέρα που εντοπίστηκε το πτώμα του νεαρού ποδοσφαιριστή. Θυμίζει πόσο απάνθρωπο μπορεί να γίνει το έγκλημα όταν η απληστία συναντά την προδοσία.