Για την Ιταλία, η απουσία από Παγκόσμιο Κύπελλο δεν είναι απλώς αποτυχία. Είναι σχεδόν ιστορική παραφωνία. Η χώρα που κατέκτησε τα Μουντιάλ του 1934, του 1938, του 1982 και του 2006 έχει να παίξει νοκ άουτ παιχνίδι στη διοργάνωση από τότε που σήκωσε το τελευταίο της τρόπαιο στο Βερολίνο. Από εκεί και πέρα, η καμπύλη πήρε την κατηφόρα: αποκλεισμοί στους ομίλους το 2010 και το 2014, αποκλεισμός από τα τελικά το 2018 και το 2022. Για μια ποδοσφαιρική δύναμη τέτοιου βεληνεκούς, αυτό δεν είναι απλώς πτώση. Είναι τραύμα.
Η πικρή ειρωνεία είναι πως το 2022 η Ιταλία έμεινε εκτός Μουντιάλ όντας πρωταθλήτρια Ευρώπης. Εκείνη η ομάδα του Euro 2020 έμοιαζε να έχει ξαναβρεί τον παλιό της εαυτό, αλλά η ήττα από τη Βόρεια Μακεδονία την έριξε ξανά στο κενό. Και τώρα, με το Μουντιάλ του 2026 να ανοίγει περισσότερο τη διοργάνωση λόγω του αυξημένου αριθμού ομάδων, θα περίμενε κανείς η πρόκριση να είναι πιο εύκολη. Δεν είναι. Για την Ιταλία δεν υπήρξε τίποτα εύκολο.
Στον προκριματικό όμιλο, οι Ατζούρι δεν έκαναν καταστροφική πορεία. Έπεσαν όμως πάνω σε μια Νορβηγία ασταμάτητη, με οκτώ νίκες σε ισάριθμα ματς και έναν Χάαλαντ να σέρνει τον χορό. Η Ιταλία κέρδισε τα άλλα έξι παιχνίδια, αλλά αυτό δεν έφτανε. Η βαριά ήττα με 3-0 στη Νορβηγία άνοιξε τον κύκλο του τέλους για τον Λουτσιάνο Σπαλέτι, ο οποίος ενημερώθηκε πως αποχωρεί, λίγο πριν από το τελευταίο του παιχνίδι, το 2-0 επί της Μολδαβίας.
Η επιλογή του Τζενάρο Γκατούζο για την επόμενη μέρα είχε διπλή ανάγνωση. Από τη μία, πρόκειται για μορφή που συνδέεται με το τελευταίο μεγάλο έπος του 2006 και κουβαλά μέταλλο, νεύρο, προσωπικότητα. Από την άλλη, η προπονητική του διαδρομή κάθε άλλο παρά γραμμική ήταν: δέκα ομάδες σε δώδεκα χρόνια, σε έξι διαφορετικές χώρες, καριέρα γεμάτη ξεσπάσματα, μεταπτώσεις και αστάθεια. Με άλλα λόγια, ακριβώς όπως και η σημερινή Ιταλία.
Το περίφημο «sometimes maybe good, sometimes maybe s***» από την εποχή του στον ΟΦΗ ταιριάζει ανατριχιαστικά στους Ατζούρι των τελευταίων ετών. Και υπό μία έννοια, περιγράφει και το σημερινό τους προφίλ. Με τον Γκατούζο στον πάγκο, η Ιταλία έβγαλε άμεσα αντίδραση. Διέλυσε την Εσθονία 5-0, νίκησε το Ισραήλ με 5-4 σε παιχνίδι-ροντέο, ξανακέρδισε και τους δύο αντιπάλους, πέρασε και από τη Μολδαβία, και για λίγο έδωσε την αίσθηση ότι κάτι χτίζεται. Όμως, στο πιο σκληρό τεστ, κόντρα ξανά στη Νορβηγία, κατέρρευσε στο δεύτερο μέρος και ηττήθηκε 4-1 στο Σαν Σίρο. Δηλαδή ακριβώς εκεί που νομίζεις ότι ξανασηκώνεται, σου θυμίζει ότι οι παλιές παθογένειες είναι ακόμη παρούσες.
Αυτό είναι το βασικό αγωνιστικό ζήτημα της Ιταλίας: έχει αποκτήσει ξανά ένταση και επιθετικότητα, αλλά δεν έχει αποκτήσει ακόμη σταθερότητα. Ο Γκατούζο έχει δοκιμάσει 4-4-2, τριάδα πίσω, τετράδα πίσω, διάφορες εκδοχές στο επιθετικό κομμάτι. Δείχνει ευέλικτος, δεν είναι μονοκόμματος προπονητής, αλλά ο ίδιος ξέρει πως στα playoffs το μεγαλύτερο θέμα δεν θα είναι η τακτική, αλλά το μυαλό. Δεν είναι τυχαίο ότι μίλησε για ανάγκη να νιώσουν οι παίκτες «πιο ελαφριοί». Η Ιταλία δεν χάνει μόνο από αντιπάλους. Χάνει και από την ίδια της την ιστορία.
Κι όμως, επιθετικά, υπάρχουν λόγοι να πιστεύει. Η νέα Ιταλία δεν είναι πια μια ομάδα που περιμένει μόνο μια φάση και μετά κλείνεται. Με τον Γκατούζο επιχειρεί πολύ, σουτάρει πολύ, πιέζει πιο ψηλά. Μόνο η Πορτογαλία και το Βέλγιο είχαν περισσότερες τελικές στα προκριματικά από τότε που ανέλαβε. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από αυτές τις προσπάθειες δεν έρχονται από τις καλύτερες δυνατές θέσεις. Το χαμηλό μέσο xG ανά τελική φανερώνει ότι η Ιταλία επιτίθεται συχνά, αλλά όχι πάντα καθαρά. Παράγει όγκο, όχι πάντοτε ποιότητα.
Εκεί μπαίνει στο κάδρο ο Ματέο Ρετέγκι. Ο φορ είναι μέχρι στιγμής ο πιο κομβικός παίκτης της επιθετικής λειτουργίας του Γκατούζο, με εννέα συμμετοχές σε γκολ στα έξι πρώτα παιχνίδια του νέου κύκλου, πέντε τέρματα και τέσσερις ασίστ. Δίπλα του, ο Μόιζε Κεν έχει βρει ξανά σκορ, ενώ ο νεαρός Πιο Εσπόζιτο προσθέτει φρεσκάδα, κίνηση και ένστικτο. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η Ιταλία νιώθει ότι έχει περισσότερες από μία λύσεις στο «9». Κι αυτό δεν είναι μικρό πράγμα για μια εθνική που για καιρό έδειχνε να ψάχνει απελπισμένα έναν σταθερό εκτελεστή.
Παράλληλα, ο κορμός υπάρχει. Ντοναρούμα, Ντι Λορέντσο, Ντιμάρκο, Τονάλι, Μπαρέλα, Ρετέγκι. Έξι παίκτες με συνεχόμενη παρουσία και ξεκάθαρο ρόλο. Αυτό είναι το ελάχιστο προαπαιτούμενο για να χτιστεί μια ομάδα με αγωνιστική συνοχή. Από τη μέση και μπροστά, η ποιότητα δεν λείπει. Το θέμα είναι η πνευματική συνέχεια, η αντοχή στις κακές στιγμές και η ικανότητα να μην διαλύεται το πλάνο όταν στραβώνει το ματς.
Και τώρα έρχεται η ώρα της αλήθειας. Πρώτα η Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέργκαμο. Στο χαρτί, η Ιταλία υπερέχει καθαρά. Έχει κερδίσει και τα επτά εντός έδρας παιχνίδια απέναντί της, με συνολικό σκορ 16-2 και έξι clean sheets. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα μιλούσαμε για φαβορί χωρίς δεύτερη κουβέντα. Αλλά η σημερινή Ιταλία δεν σου επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις τη λέξη «φυσιολογικές συνθήκες». Διότι στο πρόσφατο παρελθόν έχασε εντός από τη Βόρεια Μακεδονία, ενώ τώρα μετρά δύο ήττες στα πέντε τελευταία εντός έδρας ματς προκριματικών Μουντιάλ. Η έδρα δεν τρομάζει όπως παλιά. Και αυτό, για τους Ιταλούς, είναι ίσως η πιο ανησυχητική αλλαγή νοοτροπίας.
Αν περάσει, μετά θα βρει μπροστά της είτε την Ουαλία είτε τη Βοσνία. Καμία από τις δύο δεν είναι αντίπαλος που σε αφήνει να ανασάνεις. Η Ουαλία έχει ένταση, έδρα, πειθαρχία και το γνωστό βρετανικό παιχνίδι πίεσης και μονομαχιών. Η Βοσνία έχει ποιότητα, τσαγανό και απρόβλεπτο χαρακτήρα. Άρα, η Ιταλία χρειάζεται δύο βράδια χωρίς ρωγμές. Κι αυτό ίσως είναι το δυσκολότερο πράγμα για μια ομάδα που εδώ και χρόνια μοιάζει ικανή να ανοίξει μόνη της τρύπες στο ίδιο της το σκαρί.
Υπάρχει και μια βαθύτερη διάσταση πίσω από την κρίση της Ιταλίας. Η δεξαμενή του ιταλικού ποδοσφαίρου δεν είναι τόσο γεμάτη όσο ήταν παλιά. Ο αριθμός Ιταλών που παίζουν στα πέντε μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα είναι πολύ μικρότερος σε σχέση με δύο δεκαετίες πριν. Το 2005-06 ο Λίπι είχε σχεδόν διπλάσιες επιλογές από όσες έχει σήμερα ο Γκατούζο. Αυτό δεν εξηγεί τα πάντα, αλλά εξηγεί αρκετά: λιγότερος ανταγωνισμός, λιγότερες εναλλακτικές, μικρότερο περιθώριο για φρεσκάδα και ανανέωση. Από την άλλη, δεν είναι και δικαιολογία για όλα. Η Ιταλία εξακολουθεί να έχει υλικό συγκρίσιμο με άλλα μεγάλα έθνη. Απλώς δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να το μετατρέψει σε διαρκή ομάδα.
Οπότε, τι ακριβώς είναι σήμερα η Ιταλία; Δεν είναι η παλιά κυνική υπερδύναμη. Δεν είναι όμως ούτε μια μέτρια εθνική χωρίς βάθος. Είναι μια ομάδα μεταβατική, νευρική, επιθετική, ασταθής, με μονάδες που μπορούν να σε πάνε μπροστά, αλλά και με πληγές που ανοίγουν εύκολα. Μια ομάδα που δείχνει να ξαναβρίσκει λίγη από τη φλόγα της, χωρίς να έχει ακόμη μάθει να την ελέγχει.
Αυτή η εβδομάδα, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια ευκαιρία πρόκρισης. Είναι ένα τεστ ταυτότητας. Αν ο Γκατούζο καταφέρει να την οδηγήσει στο Μουντιάλ για πρώτη φορά μετά από 12 χρόνια, θα έχει πετύχει κάτι πολύ μεγαλύτερο από δύο νίκες: θα έχει ξαναδώσει στην Ιταλία την αίσθηση ότι ανήκει εκεί που πάντα ανήκε. Αν αποτύχει, η κουβέντα δεν θα είναι πια μόνο για μια ακόμη χαμένη διοργάνωση. Θα είναι για μια ποδοσφαιρική δύναμη που κινδυνεύει να συνηθίσει την απουσία της από τη μεγαλύτερη σκηνή του κόσμου.
Και για την Ιταλία, αυτό θα ήταν το πιο βαρύ πλήγμα απ’ όλα.
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο