Η ήττα της Άρσεναλ με 2-1 από τη Σαουθάμπτον στο St. Mary’s δεν ήταν απλώς ένας αποκλεισμός στο Κύπελλο Αγγλίας. Ήταν ένα ματς που ξεγύμνωσε αδυναμίες, έκοψε απότομα τη συζήτηση περί quadruple και έδειξε πως η ομάδα του Μικέλ Αρτέτα, παρά την ποιότητά της, παραμένει ευάλωτη όταν ο αντίπαλος της βάλει ένταση, τρεξίματα και καθαρό σχέδιο στο παιχνίδι του.

Μόλις δύο εβδομάδες πριν, η Άρσεναλ κυνηγούσε τέσσερις τίτλους. Πλέον, μετά την απώλεια του τελικού του League Cup και τον αποκλεισμό από τη Σαουθάμπτον στους «8» του FA Cup, έχει μείνει να παλεύει μόνο για την Premier League και το Champions League. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά για τη σκληρότητα της σεζόν, αλλά και για το πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει το αφήγημα.

Η πρώτη μεγάλη εικόνα του αγώνα είναι ξεκάθαρη: η Άρσεναλ είχε όγκο, όχι όμως και ουσία ανάλογη της κατοχής και των τελικών της. Τελείωσε το παιχνίδι με 23 σουτ έναντι 8 της Σαουθάμπτον, όμως η διαφορά στα expected goals ήταν μόλις 1.61 έναντι 1.21. Αυτό δείχνει ότι παρήγαγε αρκετές προσπάθειες, αλλά όχι με την καθαρότητα και τη διεισδυτικότητα που θα περίμενε κανείς από μια ομάδα κορυφής απέναντι σε αντίπαλο της Championship. Με απλά λόγια, απείλησε πολύ, αλλά δεν «δάγκωσε» όσο έπρεπε.

Αντίθετα, η Σαουθάμπτον έπαιξε με καθαρό μυαλό και χτύπησε εκεί που πονούσε η Άρσεναλ. Από τα πρώτα λεπτά έδειξε ότι μπορεί να βρει χώρους, ειδικά στην αριστερή της πλευρά με τον Στιούαρτ και τον Σκιέντσα να προκαλούν διαρκή αναστάτωση. Η ομάδα του Αρτέτα έβγαζε νευρικότητα από το πρώτο σφύριγμα, κάτι που φάνηκε και στις κακές τοποθετήσεις, αλλά και στις ατομικές αποφάσεις της αμυντικής της γραμμής.

Το 1-0 ήρθε απολύτως μέσα στη λογική του παιχνιδιού. Ο Μπεν Γουάιτ διάβασε λάθος τη σέντρα του Τζέιμς Μπρι, ο Ρος Στιούαρτ κέρδισε χρόνο μέσα στην περιοχή και τελείωσε τη φάση. Δεν ήταν απλώς ένα γκολ από λάθος. Ήταν η επιβράβευση μιας ομάδας που έδειχνε πιο συμπαγής, πιο πεινασμένη και πιο καθαρή στις μεταβάσεις της.

Η Άρσεναλ προσπάθησε να αντιδράσει με ποιότητα, είχε κάποιες καλές στιγμές με τον Μαρτινέλι και τον Έντεγκααρντ, όμως βρήκε απέναντί της έναν πολύ σταθερό Ντάνιελ Πέρετς. Ο τερματοφύλακας της Σαουθάμπτον έδωσε ασφάλεια, έκανε κρίσιμες επεμβάσεις και κράτησε τους «Άγιους» όρθιους στις στιγμές που η πίεση των Λονδρέζων μεγάλωνε.

Στο δεύτερο ημίχρονο, η εικόνα δεν άλλαξε ουσιαστικά. Η Σαουθάμπτον δεν κλείστηκε παθητικά. Αντίθετα, συνέχισε να βγάζει φάσεις, άγγιξε το 2-0 με τον Φέλοους και με το δοκάρι του Σκιέντσα και έδειχνε πως το ματς δεν θα το πάρει η Άρσεναλ απλώς με τη φανέλα. Αυτό είναι και το πιο ανησυχητικό για τον Αρτέτα: η ομάδα του όχι μόνο δεν έλεγξε τον ρυθμό, αλλά αδυνατούσε να δώσει αίσθηση κυριαρχίας ακόμη και όταν πίεζε.

Η είσοδος του Γιόκερες άλλαξε προσωρινά το σκηνικό. Ο Σουηδός ήρθε από τον πάγκο και έδωσε στην Άρσεναλ αυτό που της έλειπε: καθαρή παρουσία στην περιοχή και άμεση αποτελεσματικότητα. Στο 68’ ισοφάρισε έπειτα από πάσα του Χάβερτς και για λίγο φάνηκε ότι το ματς πήγαινε προς την παράταση ή και προς ανατροπή των φιλοξενούμενων.

Όμως εκεί ακριβώς φάνηκε και το μεγαλύτερο πρόβλημα της Άρσεναλ: το γκολ δεν την ηρέμησε, δεν την έβαλε σε έλεγχο. Συνέχισε να είναι ασταθής πίσω, να χάνει μονομαχίες και να επιτρέπει στη Σαουθάμπτον να πιστεύει ότι μπορεί να χτυπήσει ξανά. Η αποχώρηση του Γκάμπριελ Μαγκαλιάες με φαινομενικά σοβαρό πρόβλημα στο γόνατο επιβάρυνε ακόμη περισσότερο μια ήδη ταραγμένη αμυντική εικόνα.

Το 2-1 του Σία Τσαρλς στο 85’ ήταν η οριστική τιμωρία. Άλλη μια δυναμική κούρσα του Φέλοους, άλλη μια χαλαρή αντίδραση της Άρσεναλ και ένα τελείωμα που βρήκε μέσα το δοκάρι πριν καταλήξει στα δίχτυα. Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το φυσικό αποτέλεσμα μιας βραδιάς στην οποία η Σαουθάμπτον πίστεψε περισσότερο το ματς και το διαχειρίστηκε καλύτερα.

Σε επίπεδο τακτικής, η διαφορά ήταν πως η Σαουθάμπτον ήξερε τι ήθελε. Δεν προσπάθησε να κάνει πολλά. Πίεσε στα σωστά σημεία, βρήκε ρήγματα στα κανάλια, χτύπησε με ένταση και έμεινε συμπαγής όταν έπρεπε. Η Άρσεναλ, αντίθετα, είχε φάσεις αλλά όχι καθαρότητα, κατοχή αλλά όχι έλεγχο, ποιότητα αλλά όχι αμυντική σιγουριά. Κι αυτό είναι επικίνδυνος συνδυασμός σε παιχνίδια νοκ άουτ.

Για τη Σαουθάμπτον, η πρόκριση είναι τεράστια. Πέρασε στα ημιτελικά του FA Cup για 14η φορά στην ιστορία της και για πρώτη φορά από τη σεζόν 2020-21. Ακόμη πιο σημαντικό: απέκλεισε δύο ομάδες της Premier League στην ίδια διοργάνωση ενώ βρίσκεται εκτός top flight, κάτι που είχε να πετύχει από το 1975-76, όταν κατέκτησε το τρόπαιο. Δεν είναι τυχαίο ότι φόρεσε και ειδική κίτρινο-μπλε φανέλα για τα 50 χρόνια από εκείνο το έπος. Η φετινή ομάδα πατάει ξεκάθαρα πάνω στο πνεύμα εκείνης της διαδρομής.

Το αήττητο σερί των «Αγίων» έφτασε τα 15 παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις, με 12 νίκες και 3 ισοπαλίες, ενώ έχουν κερδίσει 7 από τα τελευταία 8 ματς τους. Δεν είναι μια πυροτεχνική έκρηξη. Είναι ομάδα με φόρμα, αυτοπεποίθηση και αγωνιστική πειθαρχία.

Για την Άρσεναλ, αντίθετα, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο αποκλεισμός. Είναι ότι για πρώτη φορά φέτος χάνει δύο σερί παιχνίδια σε όλες τις διοργανώσεις. Είναι ότι αποκλείστηκε ξανά από ομάδα μικρότερης κατηγορίας στο FA Cup, μετά τη Νότιγχαμ το 2021-22. Είναι ότι δέχθηκε δύο γκολ από ομάδα χαμηλότερης κατηγορίας για πρώτη φορά από το 2018. Και είναι κυρίως ότι δείχνει να μπαίνει στην πιο κρίσιμη καμπή της σεζόν με τραύματα, σωματικά και ψυχολογικά.

Ο Αρτέτα καλείται τώρα να αποδείξει ότι η ομάδα του έχει πραγματικό βάθος χαρακτήρα. Μέχρι πρότινος μιλούσαμε για πιθανό ιστορικό quadruple. Τώρα η συζήτηση αλλάζει εντελώς: η Άρσεναλ πρέπει να προστατεύσει την κορυφή της στην Premier League και να μείνει ζωντανή στην Ευρώπη, χωρίς να αφήσει αυτόν τον αποκλεισμό να γίνει κατηφόρα.

Το συμπέρασμα είναι απλό αλλά σκληρό. Η Σαουθάμπτον δεν έκανε απλώς την έκπληξη. Κέρδισε δίκαια. Και η Άρσεναλ δεν αποκλείστηκε από ατυχία ή από μια κακή στιγμή. Αποκλείστηκε γιατί, για δεύτερο συνεχόμενο μεγάλο παιχνίδι, δεν έμοιαζε ομάδα έτοιμη να σηκώσει βάρος τίτλου.