Αθλητικό Σαν Σήμερα: Στις 16 Φεβρουαρίου 2022 έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 77 ετών, ο Βασίλης Μποτίνος. Για τους παλιούς του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν ήταν απλώς ένας ακόμη ακραίος: ήταν το «11» που έβαζε φωτιά στη γραμμή, το λαϊκό παιδί που έγινε σύνθημα στον Πειραιά και σύμβολο μιας εποχής όπου οι ποδοσφαιριστές δεν είχαν μόνο αντιπάλους στο γήπεδο, αλλά και αφεντικά πάνω απ’ το κεφάλι τους.

Από τον Βόλο στον Ολυμπιακό – και στην κορυφή

Ο Μποτίνος ξεκίνησε από τους «ερυθρόλευκους» του Βόλου και βρέθηκε στον Ολυμπιακό στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Φόρεσε τη φανέλα του Ολυμπιακού για οκτώ χρόνια (1964–1972), σε μια περίοδο που η ομάδα ξαναβρήκε πρωταγωνιστικό βηματισμό, με τον Μάρτον Μπούκοβι να τη μεταμορφώνει και να την οδηγεί σε τίτλους. Ο Μποτίνος ήταν από τους παίκτες-κλειδιά εκείνης της γενιάς: τεχνική, έκρηξη, και ένα άλμα για κεφαλιά που έμεινε ιστορία.

Παράλληλα, ήταν 12 φορές διεθνής με την Εθνική Ελλάδας (1967–1969), ενώ είχε κατακτήσει και κάτι που λίγοι θυμούνται σήμερα: δύο φορές το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου Ενόπλων (1968, 1969).

«Και το μεσονύκτιον… δεν ανευρέθη»: όταν η εξουσία έκοβε καριέρες

Η ιστορία του Μποτίνου δεν είναι μόνο ποδοσφαιρική. Είναι και πολιτική – με τον πραγματικό, ωμό τρόπο που λειτουργούσε τότε το σύστημα. Στα χρόνια της χούντας, οι παίκτες των μεγάλων ομάδων ήταν συχνά έρμαια παραγόντων και διορισμένων διοικήσεων. Ο Μποτίνος, όπως περιγράφεται και στις μαρτυρίες του, δεν “χαμήλωνε κεφάλι”. Δεν ήταν άνθρωπος να καταπίνει προσβολές, εκβιασμούς ή «εντολές» τύπου στρατώνα.

Η διοίκηση τον “σημάδεψε” ειδικά όταν άρχισαν οι τραυματισμοί και εκείνος ζητούσε να προστατευτεί, να μη ρισκάρει. Κι εκεί γράφτηκε το απίστευτο: «Και το μεσονύκτιον αναζητηθείς εις την οικίαν του δεν ανευρέθη». Δηλαδή: νύχτα στο σπίτι του για “έλεγχο”, σαν να ήταν δραπέτης. Λίγο αργότερα, μέχρι και “σύλληψη” σε νυχτερινό κέντρο — με το ηθικό κήρυγμα ότι «ο άρρωστος κάθεται σπίτι». Εκείνος απάντησε όπως απαντούσαν οι παλιοί:
«Για ποιο πράγμα να ζητήσω συγγνώμη; Επειδή είμαι άρρωστος;»

Το πιο σκληρό κομμάτι: έπαιζε τραυματίας – κι αυτό τον τελείωσε

Το πιο βαρύ κεφάλαιο είναι οι τραυματισμοί του 1970–71. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι αναγκάστηκε να παίζει με θλάση, με κορτιζόνη, μέχρι να επιδεινωθεί η ζημιά στο πόδι του σε βαθμό που να μιλάμε για μυ που “κόπηκε” και για πολύμηνη αδυναμία ακόμη και στο περπάτημα. Εκεί, όπως ο ίδιος περιγράφει, δεν βρήκε στήριξη όπως έπρεπε και οδηγήθηκε σε χειρουργεία στο εξωτερικό, με οικονομική ταλαιπωρία και μια διαρκή αίσθηση ότι “τον τελείωσαν” επειδή δεν υποτασσόταν.

Υπήρξαν και ιστορίες για ενδιαφέρον άλλης μεγάλης ομάδας, αλλά και για απαγορευτικά της εποχής. Τότε οι μεταγραφές και οι έξοδοι στο εξωτερικό δεν ήταν “ελεύθερη αγορά” όπως σήμερα. Ήταν μηχανισμός ελέγχου.

Η κληρονομιά του

Ο Μποτίνος είναι από εκείνους που θυμίζουν τι σήμαινε παλιά ποδόσφαιρο: όχι μόνο ταλέντο, αλλά και αντοχή, περηφάνια, και πολλές φορές σύγκρουση με την εξουσία. Στον Πειραιά έμεινε στη μνήμη ως ο εξτρέμ που μπορούσε να ξεσηκώσει εξέδρα με μία ενέργεια – και στην ιστορία ως παράδειγμα παίκτη που πλήρωσε επειδή δεν δεχόταν να τον κάνουν “στρατιώτη”.

Σαν σήμερα, 16 Φεβρουαρίου, ο Βασίλης Μποτίνος δεν θυμίζει μόνο ένα μεγάλο «11». Θυμίζει μια Ελλάδα όπου το ποδόσφαιρο το έπαιζαν οι παίκτες, αλλά το “διέταζαν” άλλοι. Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί, πρέπει να λέγεται με το όνομά του.