Αποκαλυπτικός για την παρουσία του στο ελλην ελληνικό ποδόσφαιρο, τη σχέση του με τις ομάδες της Super League και την κατάσταση της εγχώριας διαιτησίας εμφανίστηκε ο Μαρκ Κλάτενμπεργκ, σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στην Εύα Μπέλλου και το England365.

Ο Άγγλος πρώην αρχιδιαιτητής μίλησε με θερμά λόγια για την Ελλάδα, αλλά δεν έκρυψε τις δυσκολίες που συνάντησε, αφήνοντας παράλληλα σαφή αιχμή για τη μοναδική ομάδα που, όπως υποστήριξε, είχε ψηφίσει υπέρ της αποχώρησής του.

Ο Κλάτενμπεργκ αναφέρθηκε ακόμη στην ποιότητα των Ελλήνων διαιτητών, στην πίεση που τους εμποδίζει να αναδείξουν τις πραγματικές δυνατότητές τους και στην έντονη πολιτική αντιπαράθεση που περιβάλλει το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Η αποκάλυψη για την ψηφοφορία

Ο παλαίμαχος ρέφερι παραδέχθηκε ότι αρκετοί άνθρωποι τον είχαν χαρακτηρίσει «τρελό» όταν αποφάσισε να αναλάβει τη διαιτησία στην Ελλάδα. Εκείνη την περίοδο, όπως τόνισε, το ποδόσφαιρο της χώρας βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση, με τις σχέσεις μεταξύ των ιδιοκτητών να αλλάζουν συνεχώς.

Παρά το δύσκολο περιβάλλον, ο ίδιος υποστήριξε ότι επιχείρησε να ενισχύσει τη διαφάνεια και να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους εμπλεκομένους.

«Αγάπησα την Ελλάδα», δήλωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι, παρότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν τα πάντα, έγιναν κατά την άποψή του σημαντικά βήματα.

Το μεγάλο καρφί ήρθε όταν αποκάλυψε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας των ομάδων της Super League για την παραμονή του στη θέση του αρχιδιαιτητή.

«13 ομάδες της Super League ψήφισαν να παραμείνω και μόλις μία να φύγω», ανέφερε, αποφεύγοντας να κατονομάσει την ομάδα και καλώντας τους αναγνώστες να μαντέψουν σε ποια αναφερόταν. Η ομάδα που ήταν κάθετη ήταν η ΑΕΚ, επί διοίκησης Δημήτρη Μελισσανίδη. Πέρσι ο Μάριος Ηλιόπουλος είχε καλέσει στο γήπεδο τον πρώην αρχιδιαιτητή...

«Οι Έλληνες διαιτητές έχουν ποιότητα»

Ο Κλάτενμπεργκ υπερασπίστηκε τις δυνατότητες των Ελλήνων ρέφερι, εκτιμώντας ότι το βασικό τους πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη ικανότητας, αλλά το κλίμα μέσα στο οποίο καλούνται να πάρουν αποφάσεις.

«Οι Έλληνες διαιτητές έχουν ποιότητα», υποστήριξε, προσθέτοντας ότι αρκετές φορές σφυρίζουν φοβισμένοι και δεν μπορούν να παρουσιάσουν το πραγματικό επίπεδό τους.

Όσο εργαζόταν στην Ελλάδα, προσπαθούσε, όπως είπε, να παίρνει ο ίδιος επάνω του μεγάλο μέρος της εξωτερικής πίεσης. Στόχος του ήταν να προσφέρει στους διαιτητές την απαραίτητη ελευθερία, ώστε να ασχολούνται αποκλειστικά με όσα συνέβαιναν στον αγωνιστικό χώρο.

Αυτό, ωστόσο, δεν ήταν απλό. Ο Άγγλος επισήμανε ότι η έντονη πολιτική που υπάρχει γύρω από το ελληνικό ποδόσφαιρο επηρεάζει αναπόφευκτα και τη λειτουργία της διαιτησίας.

Υπόκλιση στον Ολυμπιακό

Ξεχωριστή θέση στις αναμνήσεις του Κλάτενμπεργκ από την Ελλάδα έχει η ευρωπαϊκή επιτυχία του Ολυμπιακού.

Ο πρώην διαιτητής θυμήθηκε την πρόκριση των Πειραιωτών απέναντι στην Άστον Βίλα και την πορεία που ολοκληρώθηκε με την κατάκτηση του ευρωπαϊκού τροπαίου. Παραδέχθηκε ότι δεν περίμενε να δει ελληνική ομάδα να πετυχαίνει κάτι τόσο μεγάλο, ενώ χαρακτήρισε εντυπωσιακές τις εικόνες των πανηγυρισμών στον Πειραιά.

Για τον Κλάτενμπεργκ, πάντως, η επιτυχία δεν αφορούσε αποκλειστικά τον Ολυμπιακό. Το συμπέρασμά του για το ελληνικό ποδόσφαιρο ήταν ότι οι μεγάλες ομάδες πρέπει να σταματήσουν τον μεταξύ τους πόλεμο και να επενδύσουν περισσότερο στην ανάπτυξη και την ενίσχυσή τους. Μόνο μέσα από αυτή τη διαδικασία, κατά την άποψή του, μπορούν να έρθουν σημαντικά αποτελέσματα στην Ευρώπη.

Το VAR αφαίρεσε εξουσία από τους διαιτητές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν και όσα είπε για το VAR. Ο Κλάτενμπεργκ εκτίμησε ότι η τεχνολογία άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι διαιτητές παίρνουν αποφάσεις και περιόρισε σε έναν βαθμό το ένστικτό τους.

Από την εμπειρία του στη Σαουδική Αραβία και την Κίνα διαπίστωσε ότι ο διαιτητής κινδυνεύει να περιμένει από το VAR να αποφασίσει για εκείνον. Με αυτόν τον τρόπο, όπως ανέφερε, οι ρέφερι έχουν χάσει μέρος της εξουσίας τους και το ποδόσφαιρο ένα κομμάτι από το συναίσθημά του.

Παρά τις ενστάσεις του, δεν τάχθηκε συνολικά κατά του VAR. Θεωρεί ότι είναι χρήσιμο όταν διορθώνει ξεκάθαρα και καθοριστικά λάθη, χωρίς να διακόπτει υπερβολικά τον ρυθμό του αγώνα.

Θυμήθηκε, μάλιστα, το περίφημο σουτ του Πέδρο Μέντες στο «Ολντ Τράφορντ», όταν η μπάλα είχε περάσει τη γραμμή, αλλά το γκολ δεν είχε κατακυρωθεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις, παραδέχθηκε ότι η τεχνολογία θα είχε αποτρέψει μια μεγάλη αδικία.

Το λάθος που δεν ξεπέρασε

Κοιτάζοντας πίσω στη σπουδαία διαδρομή του, ο Κλάτενμπεργκ δεν επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως αλάνθαστο. Παραδέχθηκε ότι έκανε πολλά και σημαντικά λάθη, επειδή, όπως είπε, ήταν άνθρωπος.

Εκείνο που θα ήθελε περισσότερο να αλλάξει σημειώθηκε σε ντέρμπι του Μέρσεϊσαϊντ μεταξύ Έβερτον και Λίβερπουλ. Στο τελευταίο λεπτό δεν καταλόγισε πέναλτι για φάουλ του Τζέιμι Κάραγκερ στον Τζόλεον Λέσκοτ, στερώντας από την Έβερτον την ευκαιρία να ισοφαρίσει σε 2-2.

Η Λίβερπουλ νίκησε τελικά με 2-1 και ο Άγγλος ρέφερι δέχθηκε σκληρή κριτική, ακόμη και απειλές για τη ζωή του. Σήμερα αναγνωρίζει ότι η απόφαση ήταν λανθασμένη και ότι η συνολική του απόδοση εκείνη την ημέρα δεν βρέθηκε στο απαιτούμενο επίπεδο.

Σουάρες, Μπέλαμι και τρεις μεγάλοι τελικοί

Από τους ποδοσφαιριστές που συνάντησε, ο Λουίς Σουάρες τού προκάλεσε μία από τις εντονότερες εντυπώσεις. Θυμήθηκε εμφάνισή του με τον Άγιαξ απέναντι στη Σλόβαν Μπρατισλάβας, όταν σημείωσε τέσσερα γκολ, και κατάλαβε από τότε ότι επρόκειτο για παίκτη εξαιρετικής κλάσης.

Αντίθετα, ο Κρεγκ Μπέλαμι ήταν από τους δυσκολότερους ποδοσφαιριστές στη διαχείριση. Η σχέση τους είχε επιβαρυνθεί μετά από λανθασμένη αποβολή του Ουαλού με δεύτερη κίτρινη κάρτα, την οποία ο Κλάτενμπεργκ αναγνώρισε εκ των υστέρων.

Κορυφαία στιγμή της καριέρας του υπήρξε το 2016, όταν μέσα σε επτά εβδομάδες διηύθυνε τους τελικούς του FA Cup, του Champions League και του EURO. Τρεις αναμετρήσεις τεράστιου κύρους, στις οποίες, όπως εξήγησε, το σημαντικότερο ήταν να μη θεωρήσει καμία ομάδα ότι μία διαιτητική απόφαση καθόρισε το αποτέλεσμα.

Η εξομολόγηση του Κλάτενμπεργκ στο England365 είχε απ’ όλα: αυτοκριτική, παρασκήνιο, μεγάλες ποδοσφαιρικές προσωπικότητες και αιχμές. Το ελληνικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται στη δική του αποτίμηση: η χώρα διαθέτει ικανούς διαιτητές και ομάδες που μπορούν να διακριθούν στην Ευρώπη, αρκεί να υποχωρήσει ο διαρκής εσωτερικός πόλεμος που κρατά το ποδόσφαιρο πίσω.