Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης πέθανε σε ηλικία 90 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας του Παναθηναϊκού. Ο «Καπετάνιος», που γεννήθηκε το 1936 στην Επισκοπή Ρεθύμνου, συνέδεσε την προεδρία του με 18 τρόπαια, σπουδαίες ευρωπαϊκές πορείες και την κατασκευή του προπονητικού κέντρου της Παιανίας.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης γεννήθηκε το 1936 στην Επισκοπή Ρεθύμνου, με οικογενειακές ρίζες στα Σφακιά. Γιος του Γιάννη Βαρδινογιάννη και της Χρυσής Θεοδωρουλάκη, ακολούθησε τον δρόμο της θάλασσας και αποφοίτησε από τη Σχολή Εμποροπλοιάρχων του Σαουθάμπτον στην Αγγλία. Εργάστηκε ως πλοίαρχος και ανέπτυξε εφοπλιστική δραστηριότητα στο πλαίσιο των οικογενειακών επιχειρήσεων. Η επιχειρηματική του διαδρομή συνδέθηκε κυρίως με τη ναυτιλία και τη μεταφορά πετρελαιοειδών, ενώ στο βρετανικό εταιρικό μητρώο καταγράφεται ως διευθυντής της Avin (London) Limited από το 1991. Διετέλεσε επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για δύο θητείες. Η ναυτική του σταδιοδρομία προηγήθηκε της ενασχόλησής του με τον Παναθηναϊκό και εξηγεί το προσωνύμιο «Καπετάνιος», με το οποίο καθιερώθηκε στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης και ο Παναθηναϊκός

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης συνέδεσε την προεδρία του στον Παναθηναϊκό με 18 τρόπαια, δύο παρουσίες στα ημιτελικά της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης και την κατασκευή της Παιανίας. Από το 1979 μέχρι τις 29 Μαΐου 2000, ο «Καπετάνιος» βρισκόταν στο τιμόνι της ποδοσφαιρικής ομάδας, σε μια περίοδο που διαμόρφωσε γενιές φιλάθλων και άφησε πρόσωπα, αγώνες και επιτυχίες βαθιά χαραγμένα στη μνήμη του συλλόγου.

Η ανάληψη της διοίκησης συνέπεσε με τη μετάβαση του ελληνικού ποδοσφαίρου στον επαγγελματισμό. Η οικογένεια Βαρδινογιάννη απέκτησε την πλειοψηφία της νεοσύστατης ΠΑΕ και ο Γιώργος ανέλαβε την ευθύνη να οργανώσει τον Παναθηναϊκό στις νέες συνθήκες. Είχε ισχυρή προσωπικότητα, απαιτούσε πειθαρχία και ασκούσε διοίκηση με έντονα προσωπικό τρόπο. Η παρουσία του προκαλούσε σεβασμό, αλλά έφερνε και συγκρούσεις. Ο Παναθηναϊκός έγινε για εκείνον υπόθεση καθημερινής ενασχόλησης, με τον ίδιο να παρεμβαίνει στις αποφάσεις που καθόριζαν την πορεία του.

Ο αγωνιστικός απολογισμός της προεδρίας του είναι συγκεκριμένος:

Διοργάνωση Τίτλοι Χρονιές
Πρωτάθλημα Ελλάδας 6 1984, 1986, 1990, 1991, 1995, 1996
Κύπελλο Ελλάδας 9 1982, 1984, 1986, 1988, 1989, 1991, 1993, 1994, 1995
Σούπερ Καπ 3 1988, 1993, 1994
Σύνολο 18 1979–2000

Στη συγκομιδή αυτή περιλαμβάνονται τέσσερα νταμπλ, το 1984, το 1986, το 1991 και το 1995. Τα νταμπλ αποτελούν την ταυτόχρονη κατάκτηση πρωταθλήματος και Κυπέλλου και δεν προστίθενται ως ξεχωριστά τρόπαια.

Το πρώτο τρόπαιο ήρθε το 1982, με την κατάκτηση του Κυπέλλου απέναντι στη Λάρισα. Το πρώτο πρωτάθλημα ακολούθησε το 1984, μαζί με το Κύπελλο, υπό τις οδηγίες του Γιάτσεκ Γκμοχ. Ήταν η αρχή μιας περιόδου στην οποία ο Παναθηναϊκός συγκρότησε ομάδες με ποιότητα, προσωπικότητα και δυνατότητα να σταθούν απέναντι σε μεγάλους ευρωπαϊκούς αντιπάλους.

Οι μεγάλες μεταγραφές του Καπετάνιου και πώς έκανε Ευρωπαίο τον Παναθηναϊκό

Το μεγαλύτερο έργο του

Το έργο, όμως, που αποτύπωσε περισσότερο τη διοικητική του αντίληψη ήταν η δημιουργία του προπονητικού κέντρου στην Παιανία. Τα εγκαίνια έγιναν στις 16 Δεκεμβρίου 1981, σε μια εποχή που οι οργανωμένες εγκαταστάσεις αυτού του επιπέδου αποτελούσαν σπάνιο φαινόμενο για το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Σημαντικό ρόλο στην απόφαση είχε η εισήγηση του σερ Αλφ Ράμσεϊ, του προπονητή που οδήγησε την Αγγλία στην κατάκτηση του Μουντιάλ του 1966 και συνεργάστηκε με τον Παναθηναϊκό ως τεχνικός σύμβουλος. Ο Ράμσεϊ υπογράμμισε την ανάγκη ενός οργανωμένου προπονητικού κέντρου και η οικογένεια Βαρδινογιάννη προχώρησε στην υλοποίησή του.

Η Παιανία έδωσε στην πρώτη ομάδα σταθερή βάση δουλειάς και στις ακαδημίες χώρο ανάπτυξης. Εκεί διαμορφώθηκε η καθημερινότητα ποδοσφαιριστών και προπονητών, προετοιμάστηκαν πρωταθλήματα και ευρωπαϊκές βραδιές, μεγάλωσαν νεαροί που διεκδίκησαν θέση στην ανδρική ομάδα. Η αξία της αναγνωρίστηκε και εκτός συνόρων, με συλλόγους όπως η Μίλαν και ο Άγιαξ να χρησιμοποιούν τις εγκαταστάσεις της. Το συγκρότημα παρέμενε περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας Βαρδινογιάννη, ενώ για τον Παναθηναϊκό αποτέλεσε επί δεκαετίες το ποδοσφαιρικό του σπίτι, μέχρι τη μετακόμιση στο Κορωπί το 2013.

Οι μεγάλες μεταγραφές

Στις μεταγραφές, η προεδρία του συνδέθηκε με ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα που φόρεσαν την πράσινη φανέλα. Η απόκτηση του Γιάννη Κυράστα και του Μάικ Γαλάκου από τον Ολυμπιακό το 1981 προκάλεσε σεισμό στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Δύο σημαντικοί ποδοσφαιριστές του μεγάλου αντιπάλου πέρασαν στον Παναθηναϊκό, ενισχύοντας την ομάδα και ανεβάζοντας κατακόρυφα την ένταση της αντιπαλότητας.

Το καλοκαίρι του 1984 ήρθαν δύο κινήσεις που άλλαξαν την αγωνιστική φυσιογνωμία του συλλόγου: ο Δημήτρης Σαραβάκος από τον Πανιώνιο και ο Βέλιμιρ Ζάετς από την Ντιναμό Ζάγκρεμπ. Ο πρώτος εξελίχθηκε σε σύμβολο του Παναθηναϊκού. Ο δεύτερος έφερε την κλάση και την προσωπικότητα του αρχηγού της Εθνικής Γιουγκοσλαβίας.

Οι μεγάλες μεταγραφές του Καπετάνιου και πώς έκανε Ευρωπαίο τον Παναθηναϊκό

Τον Δεκέμβριο του 1989 αποκτήθηκε από τη Ρουχ Χορζόφ ο Κριστόφ Βαζέχα. Η μεταγραφή εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου: ο Πολωνός έμεινε δεκαπέντε χρόνια και έγινε ο κορυφαίος σκόρερ του Παναθηναϊκού στο πρωτάθλημα, με 244 γκολ. Στα χρόνια του «Καπετάνιου» αποκτήθηκαν επίσης ο Χουάν Ραμόν Ρότσα, ο Γιόζεφ Βάντσικ, ο Χουάν Χοσέ Μπορέλι, ο Στράτος Αποστολάκης και ο Αλιόσα Ασάνοβιτς.

Οι μεγάλες μεταγραφές του Καπετάνιου και πώς έκανε Ευρωπαίο τον Παναθηναϊκό

Ελλάς, Ευρώπη, Παναθηναϊκός

Η ευρωπαϊκή κορύφωση ήρθε δύο φορές. Το 1985 ο Παναθηναϊκός έφτασε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, όπου αποκλείστηκε από τη Λίβερπουλ. Το 1996, με τον Ρότσα στον πάγκο, έφτασε στα ημιτελικά του Champions League και νίκησε τον Άγιαξ στο Άμστερνταμ, πριν χάσει την πρόκριση στη ρεβάνς. Ανάμεσα σε αυτές τις διαδρομές βρίσκεται και η πορεία μέχρι τα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA το 1988, με τον αποκλεισμό της Γιουβέντους.

Για τον τρόπο που διοικούσε, ιδιαίτερη αξία έχουν οι μαρτυρίες εκείνων που συνεργάστηκαν μαζί του. Ο Δημήτρης Σαραβάκος τον χαρακτήρισε «τεράστια προσωπικότητα», εξηγώντας ότι η διοίκησή του έδινε στους παίκτες ασφάλεια και σιγουριά. Τον περιέγραψε ως δίκαιο άνθρωπο, χωρίς να αποσιωπήσει ότι θα ήθελε να είχε λύσει το γηπεδικό ζήτημα.

Ο Βαζέχα στάθηκε στην προσωπική του φροντίδα για τους ποδοσφαιριστές και στην προθυμία του να βοηθήσει όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα. Η φράση του «αυτό θα πει πρόεδρος» αποδίδει τον τρόπο με τον οποίο τον θυμάται. Ο Πολωνός υπογράμμισε επίσης ότι επί προεδρίας του οι παίκτες μπορούσαν να συγκεντρώνονται στην προπόνηση, έχοντας στη διάθεσή τους ένα προπονητικό κέντρο που προκαλούσε τον θαυμασμό ομάδων του εξωτερικού.

Ο Γιάννης Καλογεράς, επί χρόνια συνεργάτης του συλλόγου στην αγωνιστική ανάλυση, περιέγραψε μια διοίκηση με συνέπεια, γρήγορες αποφάσεις και οργανωμένο προγραμματισμό. Θυμήθηκε τις τακτικές συσκέψεις για την ομάδα, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της Κυριακής, και απέδωσε στον Βαρδινογιάννη σημαντικό μερίδιο στην ευρωπαϊκή της καθιέρωση.

Η θητεία του είχε και δύσκολες πλευρές: συγκρούσεις με οργανωμένους οπαδούς, αποφάσεις που αμφισβητήθηκαν και περιόδους χωρίς πρωτάθλημα. Το νέο γήπεδο παρέμεινε ανεκπλήρωτος στόχος. Αυτά αποτελούν μέρος της αποτίμησης, μαζί με τις επιτυχίες.

Το ίνδαλμα του "καπετάνιου"

Για τον ίδιο, ο Παναθηναϊκός ήταν ένας δεσμός που ξεκίνησε από τα μαθητικά χρόνια και εξελίχθηκε σε προσωπικό πάθος και καθημερινή ευθύνη. Μιλώντας στους «Πρωταγωνιστές» του Σταύρου Θεοδωράκη, θυμήθηκε ότι έγινε Παναθηναϊκός στο Γυμνάσιο, έχοντας ως ίνδαλμα τον Κώστα Λινοξυλάκη, και ότι από τη δεκαετία του 1970 αγόραζε δέκα εισιτήρια διαρκείας για να παρακολουθεί την ομάδα με συγγενείς και φίλους.

«Ήμουν παθιασμένος πρόεδρος, αλλά δεν έχασα τη φίλαθλη ιδιότητα», δήλωσε χαρακτηριστικά. Από τις αφηγήσεις του προκύπτει η εικόνα ενός ανθρώπου που ήθελε να συμμετέχει προσωπικά στο χτίσιμο της ομάδας, συζητούσε με τους προπονητές και αναλάμβανε τις μεταγραφικές διαπραγματεύσεις. Τη δική του προτεραιότητα την απέδωσε με τη φράση: «Εγώ κοίταζα την ομάδα, να φτιάχνω ομάδα».

Στις 29 Μαΐου 2000 αποχώρησε από την προεδρία, παραδίδοντας τη σκυτάλη στη νεότερη γενιά της οικογένειας. Πίσω του έμειναν τρόπαια, μεγάλες ευρωπαϊκές διαδρομές και ποδοσφαιριστές που έγιναν σημεία αναφοράς. Έμεινε κυρίως η Παιανία: το έργο στο οποίο συναντήθηκαν η οργάνωση, η προετοιμασία και η φιλοδοξία του Παναθηναϊκού να διεκδικεί θέση ανάμεσα στους ισχυρούς της Ευρώπης.