Αθλητικό Σαν Σήμερα: Στις 6 Ιανουαρίου 2024, το παγκόσμιο ποδόσφαιρο έσκυψε το κεφάλι για τον άνθρωπο που δεν ήταν απλώς πρωταθλητής — ήταν σύμβολο. Ο Μάριο Ζαγκάλο, ο «13ος Απόστολος» της βραζιλιάνικης μπάλας, έφυγε στα 92 του και πήρε θέση εκεί όπου τον έσπρωξε η ίδια του η διαδρομή: στον θρόνο της αθανασίας της Σελεσάο.
Για εβδομήντα χρόνια υπήρξε η ζωντανή της ιστορία. Τον είπαν «Γερόλυκο», «Μυρμήγκι», «Καθηγητή», «Άρχοντα του Κυπέλλου» — όλα παρατσούκλια που δεν χαρίζονται. Η είδηση του θανάτου του ανακοινώθηκε από τον επίσημο λογαριασμό του στο Instagram, με λόγια που τον περιέγραφαν όχι μόνο ως θρύλο, αλλά ως άνθρωπο: αφοσιωμένο πατέρα, στοργικό παππού, πιστό φίλο και «γιγαντιαίο ίνδαλμα» που αφήνει πίσω του κληρονομιά επιτευγμάτων.
Κι αυτή η κληρονομιά είναι αδιανόητη: ο Ζαγκάλο είναι ο μοναδικός στην ιστορία που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο τέσσερις φορές. Δύο ως παίκτης (1958 στη Σουηδία, 1962 στη Χιλή), μία ως προπονητής (1970) και μία ως βοηθός του Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα (1994 στις ΗΠΑ). Έβαλε τη σφραγίδα του σε τέσσερις από τους πέντε παγκόσμιους τίτλους της Βραζιλίας — κάτι που μοιάζει περισσότερο με μύθο παρά με στατιστικό.
Γεννημένος στις 9 Αυγούστου 1931 στο Μασέιο, παιδί οικογένειας λιβανέζικης και ιταλικής καταγωγής, έζησε τη Σελεσάο «απ’ έξω κι από μέσα». Ακόμη και στο τραύμα του 1950: ο 19χρονος τότε Ζαγκάλο ήταν στο Μαρακανά ως μέλος της ασφάλειας, όταν το «Μαρακανάτσο» από την Ουρουγουάη βύθισε ένα έθνος στην κατάθλιψη. Και ίσως γι’ αυτό κατάλαβε όσο λίγοι ότι το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία δεν είναι άθλημα. Είναι ταυτότητα.
Ως ποδοσφαιριστής έπαιζε αριστερό εξτρέμ. Δεν ήταν ο πιο «λαμπερός» δίπλα σε Πελέ, Γκαρίντσα, Ντιντί, Βαβά. Ήταν όμως ο πρώτος που γύριζε να μαρκάρει, ο εργάτης-ηγέτης, αυτός που έδινε ισορροπία. Γι’ αυτό τον κόλλησαν το «Μυρμήγκι»: γρήγορος, αδύνατος, ακούραστος. Στον τελικό του 1958, στο 5-2 επί της Σουηδίας, έβαλε το τέταρτο γκολ και έδωσε μια ασίστ στον Πελέ — και ο ίδιος ο Πελέ θα έλεγε χρόνια μετά: «Ο Ζαγκάλο είναι σαν αδερφός μου».
Κι έχει και μια ιστορία που λέει πολλά για το τι σήμαινε η Σελεσάο τότε: στη Σουηδία, μπροστά στο ξενοδοχείο, είχαν όλες τις σημαίες των χωρών — εκτός από της Βραζιλίας. Στη θέση της είχαν βάλει την πορτογαλική. Ο Ζαγκάλο διαμαρτυρήθηκε, και αργότερα σχολίασε πικρά πως «νόμιζαν ότι η πρωτεύουσά μας είναι το Μπουένος Άιρες». Από εκεί ξεστόμισε τη φράση που τον συμπυκνώνει: το ποδόσφαιρο έδωσε στη Βραζιλία περισσότερα απ’ ό,τι κάθε πρεσβεία.
Στους πάγκους, έγινε «αλεπού». Το 1970, στα 39 του, ανέλαβε τη Βραζιλία και οδήγησε τη μεγαλύτερη ομάδα όλων των εποχών στην κορυφή. Ναι, είχε Πελέ. Ναι, είχε Ζέρσον, Ριβελίνο, Ζαϊρζίνιο, Τοστάο. Αλλά έπρεπε να τους κάνει να χωρέσουν. Και το έκανε, με κινήσεις που έγραψαν σχολή — όπως η μετατόπιση του Γουίλσον Πιάτσα στο κέντρο της άμυνας, φτιάχνοντας τείχος. Έφερε καινοτομίες, ανέδειξε σχήματα που άλλαζαν μέσα στο ματς, «διάβαζε» το παιχνίδι πριν το διαβάσουν οι άλλοι.
Και ήταν προληπτικός όσο λίγοι: λάτρευε το 13. Παντρεύτηκε στις 13 Ιουνίου, έμενε στον 13ο όροφο, μέχρι και οι πινακίδες του αυτοκινήτου του έγραφαν 13. Έλεγε μάλιστα πως μετάνιωσε που ο τελικός του 1998 παίχτηκε στις 12 Ιουλίου — τότε που η Βραζιλία του Ρονάλντο λύγισε 3-0 από τη Γαλλία του Ζιντάν.
Σήμερα, το άγαλμά του στο Nilton Santos στο Ρίο θυμίζει σε όλους ότι ο Ζαγκάλο δεν ήταν απλώς κομμάτι της ιστορίας. Ήταν ο άνθρωπος που την έσπρωχνε μπροστά. Ο «Απόστολος» που κουβάλησε το βάρος της φανέλας, το μεγαλείο και το τραύμα της Βραζιλίας, και το μετέτρεψε σε τρόπαια, ιδέες και μνήμη.
Σαν σήμερα, το ποδόσφαιρο δεν τον αποχαιρετά. Τον καταγράφει για πάντα — εκεί που ανήκουν οι πραγματικά μεγάλοι.
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο