Κάποια γεγονότα, λοιπόν δεν είναι καθόλου τυχαία. Στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Μιλάνο- Κορτίνα, η Νορβηγία μόλις κατέκτησε το 17ο χρυσό της μετάλλιο, τα περισσότερα που κατακτήθηκαν ποτέ στη διοργάνωση καταρρίπτοντας το προηγούμενο ρεκόρ των 16 που κατείχε πάντα η ίδια από τους Ολυμπιακούς του ’22, στο Πεκίνο.

 Όπως επίσης δεν είναι τυχαίο ότι, σε σύνολο μεταλλίων, στην Ιστορία των Χειμερινών είναι η αναμφισβήτητη «βασίλισσα» μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία με περισσότερα από 380 χρυσά, αργυρά ή χάλκινα. Πως γίνεται;

 Τελικά, όλα γίνονται όταν ένας κρατικός μηχανισμός επενδύει με σοβαρότητα και μεθοδικότητα πάνω στα παιδιά, δηλαδή στο μέλλον κάθε επόμενης γενιάς. Και που επιπλέον, από το μακρινό 1987 προστατεύονται διά νόμου και από τη «Συνθήκη των δικαιωμάτων των παιδιών στον αθλητισμό».

 Νόμος, που αναγνωρίζει σε κάθε παιδί, ανεξαρτήτου φύλλου, χρώματος, καταγωγής, θρησκείας ή σεξουαλικού προσανατολισμού το απαράβατο δικαίωμα και την ανάγκη στην ξέγνοιαστη διασκέδαση, μάλιστα απαγορεύοντας έως την ηλικία των 13 ετών κάθε αναφορά ή δημοσιοποίηση οποιασδήποτε κατάταξης ή οποιουδήποτε ranking που έχει να κάνει με τις επιδόσεις ή τα προσωπικά τους αποτελέσματα.

 Στη Νορβηγία, το πρώτο μέλημα είναι η διασκέδαση, η ξεγνοιασιά, το δικαίωμα των παιδιών να μεγαλώνουν σ’ ένα υγιές περιβάλλον, είτε μ’ ένα ζευγάρι σκι ή μία μπάλα στα πόδια, είτε στον στίβο, την κολύμβηση, το χάντμπολ, το τένις, ακόμη και στο σκάκι που από το ’13 έως το ’23 εκπροσωπήθηκε, σε παγκόσμιο επίπεδο από τον Grand Master, Μάγκνους Κάρλσεν.

 Και αφού, το οποιοδήποτε παιδί συνειδητοποιήσει ή καταλήξει τι του αρέσει περισσότερο ή σε ποιον τομέα αισθάνεται ότι έχει τη μεγαλύτερη ή φυσική του κλήση, από τα 13 και μετά, όποιος θέλει έχει το δικαίωμα να συντηρήσει, να καλλιεργήσει ή να τελειοποιήσει το αγαπημένο του χόμπι- σπορ στο φημισμένο «Olympiatoppen».

 Το υπερσύχρονο επιτελείο και στρατηγείο του νορβηγικού αθλητισμού, στο Όσλο που κατασκευάστηκε το ’89 υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής ενόψει των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του ’94, στο Λιλλεχάμερ. Μία ελιτίστικη αθλητική Ακαδημία που στεγάζει ταυτόχρονα αθλητές του σκι, του πατινάζ, του στίβου, του τένις ή και της κωπηλασίας όλοι τους πλαισιωμένοι από εξειδικευμένους προπονητές, καθηγητές φυσικής αγωγής, ψυχολόγους έως και διατροφολόγους που θα παρακολουθήσουν, από την αρχή έως το τέλος κάθε βήμα της εξέλιξής τους.

 Δεν είναι, λοιπόν τυχαίο εάν το 93% των παιδιών αθλούνται. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η ποδοσφαιρική Νορβηγία «ξεφούρνισε» ταλέντα του βεληνεκούς ενός Χάλαντ ή  ενός Όντεγκαρντ. Ότι η εθνική ομάδα, σε δύο παιχνίδια έριξε εφτά γκολ στην Ιταλία φτάνοντας πρώτη σε Μουντιάλ ύστερα από απουσία 28 χρόνων. Ότι ο τενίστας Κάσπερ Ρουντ έφτασε στο Νο 2 του παγκόσμιου ranking. Ή ότι και ο στίβος, με τους Ινγκεμπρίγκτσεν ή Ουόρχολμ ανέδειξε παγκόσμιους πρωταθλητές και ολυμπιονίκες.

 Μέχρι πριν λίγα χρόνια, η Νορβηγία ήταν γνωστή κυρίως ως η χώρα του μεγάλου ποιητή, σκηνοθέτη και θεατρικού συγγραφέα, Χένρικ Ίψεν. Του ζωγράφου, Έντβαρντ Μουνκ («Η Κραυγή»), που αμφότεροι «ξεκουράζονται» στο Κοιμητήριο «Var Frelsers» του Όσλο. Η’ ως η χώρα που δεν είχε επίσημη ονομασία γιατί, με το όρο «Noror» (Βορράς) «Vegr» (Δρόμος), εν ολίγοις ο «Δρόμος του Βορρά» περιγραφόταν η ναυπηγική ρότα που έπρεπε ν’ ακολουθήσουν τα πλοία για να βγουν ευκολότερα στον Ατλαντικό.

 Τα πράγματα όμως άλλαξαν και αν σήμερα η Νορβηγία θεωρείται μία υπολογίσιμη δύναμη, εάν όχι σε όλα, οπωσδήποτε στα περισσότερα αθλήματα το οφείλει στον σοβαρό προγραμματισμό, σε μία υψηλή κουλτούρα, παιδεία και φιλοσοφία βασισμένες στην απλή μέθοδο «Friluftsliv», τη «Ζωή στον ανοικτό και καθαρό αέρα».