Εύλογα, για την ελληνική πραγματικότητα που ξέρουμε και δη την Ολυμπιακή πραγματικότητα που είναι γεμάτη πίεση (ο Κάτανετς κάποτε είχε μιλήσει για ψύχωση), μετά την ήττα των ερυθρόλευκων από την ΑΕΚ φούντωσε η κουβέντα για το παρόν και κυρίως το μέλλον και σε πρώτο πλάνο μπήκε και ο Χοσέ Λουΐς Μεντιλίμπαρ. 

Υπάρχουν αρκετοί που λένε: έκλεισε ο κύκλος του μετά από δύο και κάτι χρόνια στο μεγάλο λιμάνι. Είναι έτσι; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί εύκολα. Σίγουρα έχει αξία πως αισθάνεται ο ίδιος, δηλαδή αν έχει ακόμα τη διάθεση και την ενέργεια να προσφέρει στον Ολυμπιακό ή αν θεωρεί ότι πια δεν είναι όπως μέχρι πρότινος. Αξία έχει και τι αισθάνεται το κλαμπ και οι άνθρωποι που το διοικούν, κυρίως δηλαδή ο Βαγγέλης Μαρινάκης που πληρώνει κιόλας. 

Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε σε κρίσιμη καμπή. Η σεζόν ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί, υπάρχουν ακόμα πέντε ματς, όλα ντέρμπι, στα πλέι οφ. Και μπορεί είτε να βελτιωθεί είτε και να πάει χειρότερα. Η όποια απόφαση για το μέλλον πρέπει να παρθεί με νηφαλιότητα και ψυχραιμία. Με σωστό και δίκαιο «ζύγισμα» των δεδομένων. 

Προσωπικά μου αρέσει να ρίχνω συχνά ματιές στο παρελθόν, κοντινό ή μακρινό. Γιατί «καθαρίζουν» τη ματιά και παρέχουν δωρεάν μαθήματα. Να θυμηθούμε κάποια πράγματα μαζί; Ας το κάνουμε. 

Όταν ανέλαβε ο Βαγγέλης Μαρινάκης τον Ολυμπιακό, το καλοκαίρι του 2010, προπονητής στην ομάδα ήταν ο Έβαλντ Λίνεν. Ο Γερμανός είχε προσληφθεί από την προηγούμενη διοίκηση, του Σωκράτη Κόκκαλη. Πρόλαβε να καθίσει στον ερυθρόλευκο πάγκο για μόλις τέσσερις (4) αγώνες. Όλους καλοκαιρινούς για ευρωπαϊκά προκριματικά. Προκρίθηκε επί της Μπέσα Καβάγιε αλλά ο αποκλεισμός από την Μακάμπι Τελ Αβίβ σήμανε και την απομάκρυνσή του. 

Ο Μαρινάκης χαιρετά φίλους του Ολυμπιακού
InTime

Τότε ο Βαγγέλης Μαρινάκης επέλεξε ως πρώτη προπονητική επιλογή της θητείας του την επαναφορά - επιστροφή του Ερνέστο Βαλβέρδε. Ο Ισπανός έμεινε για δύο σεζόν (2010-2012), αμφότερες επιτυχημένες. Δεν θέλησε να μείνει παραπάνω και οι ερυθρόλευκοι πήγαν στη λύση του Πορτογάλου, Λεονάρντο Ζαρντίμ. Ο συγκεκριμένος προπονητής τα πήγαινε πολύ καλά από πλευράς αποτελεσμάτων αλλά απομακρύνθηκε μεσούσης της σεζόν (σ.σ.: μετά από συνολικά 26 ματς) με την «κατηγορία» του αντι-«τουριστικού» ποδοσφαίρου. 

Ο δεύτερος, κατά σειρά, προπονητής της εποχής Μαρινάκη που μακροημέρευσε ήταν ο Μίτσελ ο οποίος προσλήφθηκε μετά τον Ζαρντίμ κι αφού κάθισε για τέσσερα (4) ματς στον ερυθρόλευκο πάγκο, ως υπηρεσιακός, ο Αντώνης Νικοπολίδης. Ο πρώην άσος της Ρεάλ Μαδρίτης ανέλαβε τον Φεβρουάριο του 2013 και απολύθηκε τον Ιανουάριο του 2015, προπονώντας την ομάδα για 90 ματς. Ο επόμενος προπονητής που άφησε το στίγμα του και θα έμενε παραπάνω αν δεν αποχωρούσε οικειοθελώς ήταν ο Μάρκο Σίλβα. Ο Πορτογάλος καθοδήγησε τον Ολυμπιακό τη σεζόν 2015/16 και συνολικά 48 ματς. Στη... διαδρομή μέχρι τον Σίλβα υπήρξε το μεταβατικό στάδιο με Αντώνη Νικοπολίδη (για ένα ματς πάλι) και τον επίσης Πορτογάλο, Βίτορ Περέιρα (27 ματς), που είχε τα ηνία από 8/1/2015 ως 30/6/2015. Μετά το φινάλε με τον Μάρκο Σίλβα λοιπόν υπήρξε μια πολύ σύντομη (με έναν καλοκαιρινό οδυνηρό ευρωπαϊκό αποκλεισμό) θητεία του Ισπανού, Βίκτορ Σάντσεθ (πρώην συνεργάτη του Μίτσελ), για δύο (2) αγώνες και τον διαδέχθηκε ο Πορτογάλος, Πάουλο Μπέντο. Εκείνος προσλήφθηκε 8 Αυγούστου 2016 και απολύθηκε 6 Μαρτίου 2017 μετά από 40 ματς. 

Ύστερα οι ερυθρόλευκοι βίωσαν τη μεγαλύτερη σε διάρκεια προπονητική «περιπέτεια» με επιλογές που δεν αποδείχθηκαν σωστές. Τον Μπέντο ακολούθησε ο -υπηρεσιακός- Βασίλης Βούζας (4 ματς), ο Τάκης Λεμονής (7 ματς), ο Μπέσνικ Χάσι (11 ματς), ξανά ο Τάκης Λεμονής (18 ματς), ο Χρήστος Κόντης (1 ματς), ο Οσκαρ Γκαρθία (13 ματς), ξανά ο Χρήστος Κόντης (4 ματς) έως ότου γίνει η σπουδαία επιλογή του Πέδρο Μαρτίνς. Ο Πορτογάλος κρατάει το ρεκόρ ως τώρα με τέσσερις σεζόν (2018-2022) και 221 ματς. Και όταν απολύθηκε ο Πέδρο Μαρτίνς άρχισε (και τελείωσε με την πρόσληψη του Χοσέ Λουΐς Μεντιλίμπαρ) η δεύτερη μεγαλύτερη προπονητική «περιπέτεια» με, κατά σειρά, Κάρλος Κορμπεράν (11 ματς), ξανά Μίτσελ (32 ματς), Ζοζέ Ανιγκό (9 ματς), Ντιέγκο Μαρτίνεθ (22 ματς), Κάρλος Καρβαλιάλ (11 ματς) και Σωτήρης Συλαΐδόπουλος (1 ματς). Πλέον ο «Μέντι» μετράει 115 ματς και είναι ο 2ος μακροβιότερος της εποχής Μαρινάκη, μετά τον Μαρτίνς. 

Γιατί τα θυμίζουμε και τα θυμόμαστε όλα αυτά; Μα για το προφανές: για κάθε πετυχημένη επιλογή προπονητή υπάρχουν περισσότερες που θεωρητικά δείχνουν καλές αλλά στην πράξη δεν «βγαίνουν». 

Η επιλογή προπονητή για ένα κλαμπ είναι κάτι πολύ σημαντικό. Μάλλον το πιο σημαντικό, ακόμα και πάνω από το ρόστερ αφού ένας καλός προπονητής μπορεί να κάνει να δείχνει σούπερ ένα μέτριο ρόστερ ενώ ένας κακός να αχρηστεύσει ένα καλό. 

Έκλεισε ο κύκλος του προπονητή ή των παικτών; 

Και κάτι τελευταίο: όταν στη θητεία ενός προπονητή έρχεται μια αποτυχία, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έκλεισε ο κύκλος ο δικός του. Πιθανότατα έκλεισε ο κύκλος της συγκεκριμένης ομάδας (άρα συγκεκριμένων παικτών) που έχει στα χέρια του και απαιτείται ανανέωση ώστε να δημιουργήσει μία νέα ο ίδιος που θα ανοίξει έναν άλλο υπέροχο κύκλο. Εξάλλου, αν η πρώτη αποτυχία των προπονητών σήμαινε αυτόματα την ολοκλήρωση του κύκλου τους και την απόλυσή τους, μάλλον δεν θα είχαν μακροημερεύσει προπονητές - θρύλοι όπως ο σερ Άλεξ Φέργκιουσον ή ο Αρσέν Βενγκέρ, δίχως προφανώς να επιθυμούμε να γίνει οποιουδήποτε είδους σύγκριση με τους συγκεκριμένους.