Θα πετύχαινε και δεύτερο, μετά την πρεμιέρα με την Αλγερία «χατ- τρικ», αλλά ακόμη και έτσι, δηλαδή αστοχώντας από τα 11 μέτρα η «Pulga» έφτασε το ίδιο τα 18 γκολ σε παγκόσμια κύπελλα ξεπερνώντας, με μία χαψιά τόσο τα 16 του Γερμανού, Μίροσλαβ Κλόζε, όσο τα 17 της Βραζιλιάνας Μάρτα. Ωστόσο είναι επαρκές το συγκεκριμένο, μεγαλειώδες, προς Θεού στατιστικό για να χριστεί ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών;

 Εάν ζούσε ο Λουίς Σεζάρ Μενότι, ο προπονητής που το ’78 έκοψε από την αποστολή έναν, ανώριμο ποδοσφαιρικά Μαραντόνα οδηγώντας την «Albiceleste» στην κατάκτηση του πρώτου της Μουντιάλ θα επαναλάμβανε ό,τι ακριβώς είχε χίλιο ειπωθεί κάθε φορά που τον έθεταν μπροστά στο τότε δίλημμα «Πελέ ή Μαραντόνα;».

 Κάντε μου τη χάρη και σταματήστε πια μ’ αυτές τις ανοησίες. Είναι σαν να συγκρίνεις τον Ρέμπραντ με τον Πικάσο. Η’ τον Σοπέν με τον Μότσαρτ. Αρέσουν ή δεν αρέσουν, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν εξίσου μεγάλοι ζωγράφοι ή μουσικοί.

 Έτσι είναι ακριβώς: και η συγκεκριμένη συζήτηση δεν είναι απαραίτητο να περιοριστεί αποκλειστικά και μόνο στην Τέχνη: είτε μιλάμε για πινέλα και νότες, είτε για αριστουργήματα ζωγραφισμένα με τα πόδια.

 Ακριβώς το ίδιο δίλημμα εξακολουθεί να έχει και η προηγούμενη γενιά με το ποιος, ας «πούμε» υποδύθηκε καλύτερα τον Τζέιμς Μποντ: ο Σον Κόνερι, θα σου πουν οι παλαιότεροι. Ο Ρότζερ Μουρ, οι νεότεροι.

 Ό,τι δηλαδή ισχύει και για το ποδόσφαιρο. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα ν’ αναρωτιόμαστε ακόμη για το «Πελέ ή Μαραντόνα;», «Μαραντόνα ή Μέσι;», γιατί θα σήμαινε πως, a priori αποκλείουμε αυτόματα τους Κρόιφ, Εουσέμπιο, Μπεστ, Ρονάλντο, Μπάτζο, Χατζηπαναγή, Τόττι, Ντελ Πιέρο ή Φαν Μπάστεν. Ο Μαραντόνα υπήρξε ο Μαραντόνα. Και ο Μέσι, ο Μέσι. Πάει και τελείωσε.

 Απλά το διπλό επίτευγμα του «D10S» του τότε, είχε σηματοδοτήσει και συμβολίσει μία εντελώς διαφορετική εποχή. Ένα είδος ρεβανσισμού για την κυριαρχία στα Φόκλαντς (Μαλβίνας για τους Αργεντινούς), η ηδονή να γονατίσεις την άλλοτε πανίσχυρη, βρετανική Αυτοκρατορία, πρώτα μ’ ένα πονηρό γκολ, με το χέρι ύστερα μ’ ένα διαβολεμένο σλάλομ που θα του χάριζε και τον τίτλο του σκόρερ του «γκολ του αιώνα».

 Αυτό ακριβώς αντιπροσώπευσε ο Μαραντόνα: και τον Παράδεισο και την Κόλαση. Ενώ ο Μέσι έγινε… Μέσι μόνο όταν απέβαλλε, μία για πάντα την ψυχολογική ομηρία της σύγκρισης με το (ίνδαλμά του) Ντιέγκο. Που για ένα φεγγάρι, μάλιστα υπήρξε και προπονητής του στην εθνική ομάδα όπου όμως, αδυνατώντας ν’ αντέξει το βάρος τέτοιας ευθύνης και τέτοιας κληρονομιάς, οι εμφανίσεις του αποδείχθηκαν πολύ κατώτερες των δυνατοτήτων του.

 Για τον Μέσι, που όταν ο Ντιέγκο κατακτούσε το «Αζτέκα» ήταν μόλις ενός έτους, ο Μαραντόνα ανέκαθεν έλεγε ότι «αυτός θα είναι ο διάδοχός μου. Γιατί είναι καλύτερος και από το τελειότερο σεξ».

 Λόγια με πολύ μεγάλη βαρύτητα, που απελευθέρωσαν το ταλέντο του με κάποια χρόνια καθυστέρησης φτάνοντας έως τον Μέσι του σήμερα, ένα κράμα ανάμεσα σε Μαραντόνα, Σοπέν, Πικάσο, Ρέμπραντ, Μότσαρτ, Σον Κόνερι ή Ρότζερ Μουρ. Χωρίς να ξεχνάμε βέβαια και τους Μπεστ, Κρόιφ, Ρονάλντο (τον «κανονικό», τον Βραζιλιάνο), Μπάτζο, Τόττι ή Φαν Μπάστεν. Για να μην πούμε για τον Πελέ…