Τριάντα χρόνια πριν τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, ο Κέβιν Κίγκαν είχε ενσαρκώσει με τον τελειότερο των τρόπων τον καινούργιο ρόλο του καθωσπρέπει, και καλοντυμένου Άγγλου ποδοσφαιριστή που μέχρι τότε τα’ πινε στις παμπ αναδεύοντας την κλασικότερη, του «fish and chips» μυρωδιά.

 Υπήρξε ο πρώτος σταρ που, στον βωμό του κέρδους πούλησε ακριβά τον εαυτό του σε σαπούνια και κρέμες προσώπου, σε αρώματα και διάφορα βάλσαμα, prêt a porter ρούχα και ακριβά, σινιέ, δερμάτινα παπούτσια άσχετα εάν ειδικής παραγγελίας γιατί είχε ένα θέμα με τα μόλις 170 εκατοστά ύψους και έπαιρνε μπόι χάρη στο τέχνασμα άλλων οκτώ εκατοστών, καλά κρυμμένων στο εσωτερικό των τακουνιών.

 Στην περιοχή όμως ήταν ένας σίφουνας, με δύναμη, θέληση, καρδιά και φυσική αλτικότητα που, στα έξι χρόνια παραμονής στη Λίβερπουλ, από το ’71 έως το ’77 του επέτρεψαν να πετύχει 68 γκολ σε 230 παιχνίδια πανηγυρίζοντας, επίσης την κατάκτηση 3 πρωταθλημάτων κι ενός κυπέλλου, δύο Uefa και ενός Πρωταθλητριών.

 Έπαιρνε όμως λίγα ή, εν πάσει περιπτώσει ως στερημένος γιος πάμφτωχου ανθρακωρύχου θεωρούσε λίγες τις 22.000 στερλίνες που του’ δινε η Λίβερπουλ το χρόνο και, μόλις έληξε το συμβόλαιό του προσφέρθηκε στην ομάδα που θα του εξασφάλιζε τα περισσότερα. Έτσι βρέθηκε στο Αμβούργο, για λεφτά και τίποτε άλλο αν και οι 122.000 λίρες (!) που του πρόσφεραν οι Γερμανοί δεν αποδείχθηκαν αρκετές για να τον κάνουν να αισθανθεί αγαπητός όσο στο «Άνφιλντ» όπου τον είχαν αναβαπτίσει KKK, «King Kev Keegan».

 Οι συμπαίκτες του δεν του’ διναν τη μπάλα ούτε στην προπόνηση, πόσο μάλλον στον κανονικό αγώνα, παρόλα αυτά έμεινε στη Μπουντεσλίγκα δύο σεζόν βοηθώντας, με 32 γκολ σε 90 παιχνίδια μία ομάδα που έως τότε δεν είχε τερματίσει πέρα της 6ης θέσης, όχι μόνο να κατακτήσει τον τίτλο, αλλά και να φτάσει στον (χαμένο, από τη Νόττινγκαμ Φόρεστ) τελικό του Πρωταθλητριών.

 Επιτεύγματα που εκτίμησαν οι  οπαδοί για τους οποίους είχε πλέον γίνει «Mighty Mouse», ακριβώς όπως το σούπερ- ποντίκι του ομώνυμου καρτούν. Ενώ παράλληλα και στο απόγειο της φήμης του είχε ηχογραφήσει κι ένα single, σε δική του μουσική και στοίχους, το «Head over heels in love. Moon on down» το οποίο μάλιστα είχε ξεπεράσει τις αρχικές προσδοκίες.  

 Οπαδός της Ντονκάστερ από μικρός, από την οποία όμως είχε κοπεί σε τρία δοκιμαστικά ο πιτσιρικάς Κίγκαν το’ χε ρίξει για ένα διάστημα στην πυγμαχία και το κρίκετ μέχρι που η Αδελφή Μέρι Όλιβερ, Μητέρα Ηγουμένη του καθολικού κολεγίου όπου φοίτησε του πρότεινε ν’ ασχοληθεί με μία μπάλα. Κι αυτό ήταν.

 Ξεκίνησε στη Σκάνθορπ, τον «άρπαξε» ο Μπιλ Σάνκλι στη Λίβερπουλ και μετά το Αμβούργο κυκλοφόρησε η φήμη ότι ολόκληρη «Westminster Bank», σε συνεργασία με τη νεοσύστατη Nasl (North American Soccer League) είχε προσφερθεί να τον «αγοράσει» και να τον μεταπουλήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες για να παίξει δίπλα από τους Πελέ και Μπεκενμπάουερ. Εκείνος όμως ήθελε να επιστρέψει στην Αγγλία ολοκληρώνοντας την καριέρα του σε Σαουθάμπτον, Νιουκάσλ και Μπλακτάουν Σίτι.

 Μετά έγινε προπονητής, σε Νιουκάσλ, Φούλαμ, Μάντσεστερ Σίτι, για ένα χρόνο και στην εθνική Αγγλίας από την οποία παραιτήθηκε με την αμίμητη φράση «ίσως, τελικά να μην είμαι και τόσο καλός όσο νόμιζα», αμέσως μετά το 0-1 από τη Γερμανία που ήταν και το τελευταίο παιχνίδι των «Τριών Λιονταριών» στο παλιό Ουέμπλεϊ πριν την κατεδάφισή του.

 Υπήρξε, εν ολίγοις το δεύτερο, μετά τον Τζορτζ Μπεστ, και πριν τον Μπέκαμ μεγαλύτερο Νο 7 στην Ιστορία του αγγλικού football, σε μία εποχή που ο ποδοσφαιριστής θεωρείτο κάτι, ελάχιστα περισσότερο από την ενσάρκωση της working class καταφέρνοντας ωστόσο ν’ ανατρέψει τις όποιες προκαταλήψεις χαρίζοντας στον εαυτό του, αλλά και στους συναδέλφους του μία εντελώς διαφορετική εικόνα.