Ήταν καλοκαίρι του 2007 όταν στο αεροδρόμιο «Ατατούρκ» είχε γίνει το αδιαχώρητο από περισσότερους από 5.000, εκστασιασμένους οπαδούς της Φενέρμπαχτσε για να καλωσορίσουν τον Ρομπέρτο Κάρλος.

 Τον 34χρονο τότε, Βραζιλιάνο full back που αφού κατέκτησε τα πάντα με τη Ρεάλ Μαδρίτης επέλεξε να ολοκληρώσει την καριέρα του στην Κωνσταντινούπολη εγκαινιάζοντας την εποχή των άλλοτε αστέρων που μετανάστευσαν στον Βόσπορο στην αναζήτηση ενός τελευταίου, καλού συμβολαίου. Τον ακολούθησαν οι Ντρογκμπά, Σνάιντερ, Φαν Πέρσι, Ικάρντι μαγνητισμένοι, κυρίως από τη χαμηλότερη (μόλις 20%) φορολόγηση.

 Σήμερα, όμως η Ιστορία έχει αλλάξει: γιατί στην Τουρκία καταλήγουν πλέον μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας μπάλας, από τα οποία μάλιστα –τα περισσότερα- στο απόγειο της καριέρας τους.

 Πέρυσι η Γαλατάσαραϊ έκαψε τον ανταγωνισμό της μισής Ευρώπης γεμίζοντας χρήματα τον Νιγηριανό Βίκτορ Όσιμεν: 75εκ. ευρώ στη Νάπολι, 21 το χρόνο (15 + bonus υπογραφής, συν άλλα 5 για δικαιώματα εκμετάλλευσης του ίματζ του) στον ίδιο. Μετά έδωσε 31 για τον Σίνγκο, 27.5 για τον Τσακίρ και 12, καθαρά, το χρόνο στον Σανέ.

 Η Φενέρμπαχτσε, που μέχρι πέρυσι είχε ολόκληρο Ζοσέ  Μουρίνιο στον πάγκο της απάντησε με τους Γκεντουζί (28), Ακτούρκογλου (25), Γκρίνγουντ (39) ενώ τις τελευταίες ώρες θα κάνει μία τελευταία προσπάθεια να χαρίσει στους οπαδούς και τον Ρομέλου Λουκάκου.

 Η Μπεσίκτας έδωσε 35 για τον Τροσάρ, 30 για τον Κοκτσού, ενώ λεπτομέρειες απομένουν και για την απόκτηση, ως ελεύθερο από τη Γιουβέντους του Σέρβου, Ντούσαν Βλάχοβιτς για τον οποίο είναι ήδη έτοιμο ένα 4ετές συμβόλαιο με 12εκ. ευρώ το χρόνο.

 Δεν τελειώσαμε όμως εδώ, γιατί Γαλατά, Φενέρ και Μπεσίκτας αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 80% του συνολικού, εθνικού οπαδισμού, στατιστικό ωστόσο καταδικασμένο ν’ αλλάξει γιατί στο μεταξύ η Τραμπζονσπόρ μόλις απέκτησε τον Αιγύπτιο Σαλάχ (ναι μεν ελεύθερο από τη Λίβερπουλ, αλλά) τάζοντάς του κοντά στα 21εκ. ευρώ το χρόνο, συμπεριλαμβανομένων των καθαρών αποδοχών του, του bonus υπογραφής, των προσωπικών εξόδων (από κομμωτήριο, έως και χαρτί υγείας), συν του 20% από τις πωλήσεις της φανέλας του. Και η αντανακλαστική, έως εύλογη ερώτηση είναι η εξής: που τα βρίσκουν, ξαφνικά τόσα πολλά λεφτά οι Τούρκοι, όταν το 60%, μπορεί και παραπάνω του πληθυσμού ζει στο όριο της φτώχειας;

 Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Σεμπαχατίν Ντεβετσίογλου, καθηγητή Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Φιράτ, σε καμία άλλη ευρωπαϊκή (τουλάχιστον γεωγραφικά μιλώντας)  χώρα όπως την Τουρκία, το ποδόσφαιρο δεν χρησιμοποιείται σε τόσο μεγάλο βαθμό ως αποκλειστικό όργανο, πολιτικής προπαγάνδας.

 Αυτό σημαίνει ότι, τόσο οι τρεις «big» της Κωνσταντινούπολης, όσο δικαιωματικά πλέον και η Τραμπζονσπόρ χαίρουν ειδικής μεταχείρισης από το κράτος έχοντας τη δυνατότητα, ανά πάσα στιγμή να βασίζονται και να στηρίζονται σε ατελείωτα δάνεια και μετά σε αυξήσεις κεφαλαίων με εχέγγυα είτε τα προπονητικά τους κέντρα, είτε τα ίδια τα γήπεδα.

 Χαίρουν επίσης και ειδικής φορολόγησης, γιατί ακόμη και όταν ο πληθωρισμός κάλπαζε εκτοξεύοντας την κάθε τουρκική λίρα, από την αξία των 6 ευρώ στα σημερινά 50, ανά μονάδα το κράτος φρόντιζε να διατηρήσει χαμηλά τα επιτόκια για τις ποδοσφαιρικές ομάδες δίνοντάς τους τη δυνατότητα όχι μόνο ν’ αναπνεύσουν, αλλά παράλληλα να βλέπουν  να μειώνονται τόσο τα χρέη, όσο τα ετήσια έξοδά τους.

 Κάπως έτσι, λοιπόν φτάνουμε στο συμπέρασμα πως, είτε με τη στήριξη του ιδίου του Ερντογκάν, είτε με διάφορα, οικονομικά τεχνάσματα, το βέβαιο είναι πως την περίοδο 2025-’26 η Super Lig, με 477 εκ. ευρώ σε επενδύσεις έγινε το τρίτο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα στον πλανήτη που ξόδεψε τα περισσότερα χρήματα σε μεταγραφές, πίσω μόνο από τη Saudi League (586) και την Premier League (1.64 δις). Αυτόματα εξηγείται και το γιατί, οι πλέον καλοί, ακριβοί και κυρίως εν ενεργεία παίκτες την προτιμούν από άλλους προορισμούς.