Γιατί όμως; Και πως γίνεται, το θεαματικότερο πρωτάθλημα του κόσμου, που κάθε χρόνο γεννάει χρήμα, από το πουθενά κατά το 3.300%, που αυξάνει τους φιλάθλους στα γήπεδα και το merchandising στα καταστήματα ή που μοντερνοποιεί και βελτιώνει συνεχώς τις εγκαταστάσεις του να μην εμπιστεύεται τους πάγκους του στους ντόπιους, αλλά σε 5 Ισπανούς, 4 Γερμανούς, 2 Ιταλούς, 2 Γάλλους, έναν Βόσνιο, έναν αυστριακό, έναν Σκοτσέζο και έναν Ιρλανδό;

 Είναι πράγματι περίεργο, παράδοξο, αλλά και παράξενο γιατί πριν 34 χρόνια, στην πρώτη Premier League όλων των εποχών, από τους 22 προπονητές οι 15 ήταν Άγγλοι, οι 5 Σκοτσέζοι (Φέργκιουσον/ Γιουνάιτεντ, Σούνες/ Λίβερπουλ, Νταλκγκλίς/ Μπλάκμπερν, Γκρέιαμ/ Άρσεναλ, Πόρτερφιλντ/ Τσέλσι), ένας Ουαλλός (Ουόκερ/ Νόργουϊτς) και μόνο ο ένας «μη Βρετανός»: ο θρυλικός Τζο Κινίαρ της «crazy gang» της Ουίμπλεντον, που είχε γεννηθεί στο ιρλανδικό Δουβλίνο, αλλά μεγάλωσε στο Ουότφορντ από τα εφτά του.

 Για να δώσουμε μία εικόνα του πρεστίζ, αλλά και το τι σήμαινε, εκείνη την εποχή να είσαι Άγγλος ή γενικώς Βρετανός προπονητής αρκεί να θυμίσουμε το ηχογραφημένο μήνυμα που, κάθε καλοκαίρι, πριν τις διακοπές του ο Κινίαρ άφηνε στον τηλεφωνητή του: «Αυτή τη στιγμή δεν είμαι διαθέσιμος. Εάν όμως είστε ο πρόεδρος της Μίλαν, της Μπαρτσελόνα και της Ρεάλ Μαδρίτης, θα σας πάρω αμέσως. Οι υπόλοιποι, ας περιμένουν».

 Στην Ευρώπη, κανένα άλλο πρωτάθλημα, υψηλού επιπέδου δεν έχει τόσους λίγους ντόπιους προπονητές. Στη Serie A, το 65% των τεχνικών είναι Ιταλοί, στη Liga το 60% Ισπανοί, στη Ligue 1 το 50% Γάλλοι, στη Bundesliga το 44% Γερμανοί ενώ ακόμη καλύτερα, στην Eredivisie οι 16 στους 18 είναι Ολλανδοί.

 Η πρωτοφανής «ξενομανία», αλλά και το γεγονός ότι η «Union Jack» δεν ανεμίζει πλέον στα βρετανικά γήπεδα αναπόφευκτα επηρέασε και την Championship, τη 2η κατηγορία και υποτίθεται αυτονόητο βατήρα για το πρωτάθλημα των «μεγάλων». Όπου μόνο το 37.5% των προπονητών είναι Άγγλοι, την ώρα που, στα υπόλοιπα τέσσερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, μικρότερης κατηγορίας «υψηλού επιπέδου» οι ξένοι είναι όλοι κι όλοι έξι.

 Το ίδιο συμβαίνει και με την εθνική ομάδα, όπου οι δύο συνεχόμενοι τελικοί Euro δεν ήταν αρκετοί στον Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ να κρατήσει τη θέση του: τα «Τρία Λιοντάρια» ανατέθηκαν στον Γερμανό Τούχελ, αλλά παρόλο την καλύτερη εμφάνιση σε Μουντιάλ από το μακρινό ’66 η απογοήτευση για τη μη κατάκτηση του τροπαίου λογικό ήταν να γιγαντωθεί ακόμη περισσότερο.

 Πως γίνεται, λοιπόν αυτό το πρωτάθλημα κι αυτό το ποδόσφαιρο, που παράγει χρήμα, παίκτες, μεθοδολογίες, γήπεδα και τάσεις να μην μπορεί να παράγει πλέον και προπονητές; Και γιατί, για να βρούμε τον τελευταίο «καθαρόαιμο» Άγγλο θριαμβευτή του τίτλου θα πρέπει ν’ ανατρέξουμε στο ’92 και τον Χάουαρντ Ουίλκινσον της Λιντς, όταν ακόμη η Premier ονομαζόταν First Division;

 Για όλα φταίνε οι ξένοι και τα «Γκουρού» τους που μονοπώλησαν, επί χρόνια τις τύχες του αγγλικού football. Πάνω απ’ όλους ο Σκοτσέζος, Άλεξ Φέργκιουσον, αλλά και ο Γάλλος Αρσέν Βενγκέρ, οι Ισπανοί Μπενίτεθ και Γκουαρντιόλα, ο Πορτογάλος Μουρίνιο, οι Ιταλοί Αντσελόττι, Κόντε, Ρανιέρι, ο Γερμανός Κλοπ ή ο Ολλανδός Σλοτ.

 Όπως είχε πει κάποτε και ο Σαμ Αλαρντάις, πολύπειρος (και κυρίως «αγγλότατος») προπονητής «εάν λεγόμουν Αλαρντ- ιόλα, Αλαρντ- σελότι ή Αλαρντ-ίνιο θα είχα ήδη προπονήσει Μπαρτσελόνα, Ρεάλ και Μίλαν μαζί, αλλά με τέτοιο όνομα λογικό ήταν να μην πάω πέρα των 12 αγγλικών πόλεων όπου προπόνησα». Που μπορεί ν’ ακούγεται υπερβολικό: ίσως όμως, όχι και τόσο…