Κατά τη διάρκεια των 21 χρόνων που ο Μέσι οδήγησε τη «Seleccion» στην κατάκτηση δύο Copa America κι ενός Μουντιάλ (αλλά και σε δύο ακόμη, χαμένους τελικούς παγκοσμίου κυπέλλου, από Γερμανία και Ισπανία) ήταν αναγκαίο κακό να διαβάζουμε για την ύπαρξη κι άλλων Μέσι, ανά τον πλανήτη: χωρίς βέβαια να πλησιάσουν -ούτε κατά διάνοια- είτε το ταλέντο, είτε το ποδοσφαιρικό του μεγαλείο.

 Ακούσαμε και διαβάσαμε για τον «Μέσι της Αραβίας»: κάποιον Ομάρ Αμπντουλραχμάν Αχμέντ Αλ Ρακί Αλ Αμουντί, που κατέληξε να δανείσει τις κινήσεις του στο τοπικό Play- station.

 Για τον «Μέσι της Λάτσιο»: κάποιον Λούκα Ρομέρο που ύστερα από 14 συμμετοχές με τους «Biancazzurri» και 4 στη Μίλαν, σήμερα στα 22του προσπαθεί να κάνει μία νέα αρχή στη μεξικάνικη Κρουζ Αζούλ.

 Για τον «Δανό Μέσι»: κάποιον Ρουνί Μπαρντζγκί (κάπως έτσι), Συριανής καταγωγής, μεγαλωμένος στη Σουηδία που έκανε το ντεμπούτο του σε ηλικία μόλις 16 ετών στο πρωτάθλημα Δανίας. Πέρυσι πέρασε στη Μπαρτσελόνα, όπου αγωνίστηκε σε 8 παιχνίδια με ένα γκολ. Λένε ότι, μαζί με το Νο 19 στην πλάτη έχει και την ντρίμπλα του (κανονικού) Μέσι: είναι μόλις 20 ετών και υπομονή, θα δούμε εάν τελικά καταφέρει να του μοιάσει.

 Για τον «Μέσι του Κοσσόβου»: τον 27χρονο Εντόν Ζεγκρόβα, που αφού έκανε «παπάδες» με Γκενκ και Λιλ, από πέρυσι ζεσταίνει τον πάγκο της Γιουβέντους. Ο Σπαλλέττι δεν τον πολύ θέλει, αλλά όταν του ζήτησε (στο πρόσφατο παιχνίδι πρωταθλήματος με τη Σασσουόλο), να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά εκείνος πέτυχε και τα δύο γκολ άσχετα εάν τελικά η ομάδα του ηττήθηκε 3-2.

 Μετά διαβάσαμε για τον «Μέσι της Σκωτίας»: κάποιον Ράιαν Γκόουλντ, που αφού δεν εγκλιματίστηκε στη Σπόρτινγκ Λισσαβόνας βρήκε τη σωστή του διάσταση στο Mls με το Βανκούβερ.

 Τον «Ρουμάνο Μέσι», Γκαμπριέλ Τόριε που έχει αγωνιστεί για 18 διαφορετικές ομάδες χωρίς ν’ αφήσει το στίγμα του. Τον «Γερμανό Μέσι» Μάριο Γκέτζε, που μετά το «χρυσό» γκολ στον τελικό του Μουντιάλ ’14, εναντίον του (κανονικού) Μέσι βίωσε τη δική του κατάθλιψη και σταδιακά χάθηκε από τα ραντάρ.             

 Τον «Μέσι του Ισραήλ», Γκάι Ασούλιν που ξεκίνησε την καριέρα του μαζί με τον (κανονικό) Μέσι και υπό τις οδηγίες του Γκουαρντιόλα, μετά αγοράστηκε από τη Μάντσεστερ Σίτι, χωρίς να παίξει ούτε ένα λεπτό και μετά βρέθηκε να παίζει ποδόσφαιρο στους ερασιτέχνες της Κρεμονέζε.

 Τον «Ιταλό Μέσι», Σιμόνε Παφούντι που ανακάλυψε και λάνσαρε στην εθνική Ιταλίας ο Ρομπέρτο Μαντσίνι το ’22, σε ηλικία μόλις 16 ετών και 8 μηνών και που σήμερα, 20χρονος πλέον προσπαθεί να πετύχει μία νέα αρχή στην Καταντζάρο. Ενώ από τη συγκεκριμένη κατάταξη δεν θα μπορούσε να λείψει και ο «Γάλλος Μέσι»: ο Ραγιάν Μέσι Τανφουρί, που ωστόσο φέρνει στον Αργεντινό μόνο λόγω του (πραγματικού) μεσαίου του όνομα.     

 Έτσι είναι. Η κάθε εποχή έχει τα είδωλά της. Ο Κρόιφ είχε αναβαπτιστεί «Λευκός Πελέ». Ο Μαραντόνα «Χρυσό Παιδί» ενώ ο Μέσι απλά ο φυσικός του διάδοχος. Τα 21 του χρόνια στην «Albiceleste» ολοκληρώθηκαν με δάκρια και πυροτεχνήματα με το αξιοπρεπέστατο Μπενίν σε ρόλο sparring- partner.

 Αυτό που ίσως να μην θυμούνται οι περισσότεροι ήταν ότι το ντεμπούτο του με την εθνική Αργεντινής (στις 17 Αυγούστου του 2005 στη Βουδαπέστη, σε φιλικό με την Ουγγαρία) είχε εξελιχθεί σε πραγματικό εφιάλτη. Είχε μπει ως αλλαγή στη θέση του Λισάντρο Λόπεζ, αλλά η παρουσία του διήρκησε μόλις 43 δευτερόλεπτα, όσα χρειάστηκε για να ξαπλώσει με μία αγκωνιά τον Βανκζάκ αντικρίζοντας, με συνοπτικές διαδικασίες την κόκκινη κάρτα του Μάρκους Μερκ...