Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο της Μαρίας Παπουτσάκη στο aixmi.gr:
Ας ξεμπερδέψω αυτή τη σύγχυση: Όταν βρισκόμουν στην Αθήνα, η οικονομική κρίση μεταφραζόταν στη ζωή μου καθημερινά με απίστευτους φόβους και ανασφάλειες. Την οικονομική κρίση την έβλεπα στα πρόσωπα όλων γύρω μου.
Στους άνεργους συναδέλφους, στις περικοπές, στο φάσμα της απόλυτης ανέχειας που πλανάται πάνω μας.
Την έβλεπα στους δρόμους να περιφέρεται, να ψάχνει στα σκουπίδια και να κοιμάται στις πλατείες.
Την έβλεπα στα κατηφή πρόσωπα, την άκουγα στις κουβέντες, ακόμη και σ΄εκείνες που πιάνει το αυτί σου αποσπασματικά στις παρέες δίπλα σου, όπου κι αν βρεθείς. Το φάντασμα της φτώχειας έπαιρνε, τέλος, κυκλώπειες διαστάσεις ακούγοντας
τις ειδήσεις και διαβάζοντας τις εφημερίδες.
Ωστόσο, πάντα στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου είχα ένα χωριό, στην τουριστικά υπερανεπτυγμένη βόρεια Κρήτη, ως όαση στην ερημία. Είχα την ελπίδα ότι εκεί είναι μακριά απ΄όλα ετούτα τα δεινά της μεγάλης μας πόλης. Σκεπτόμουν το χώμα κι ανασταινόμουν. Ελεγα: «Να η ελπίδα. Ο,τι κι αν γίνει το χώμα δεν μπορούν να το πάρουν».
Ωσπου έφτασα στο χωριό. Τις πρώτες μέρες ανακάλυψα και πάλι τα τοπία, πίσω από την άναρχη «ανάπτυξη».
Μύρισα, πίσω από τα τουριστικά θέρετρα, τα αρώματα της θάλασσας, αναμεμιγμένα με αυτά των καμένων, από τον ήλιο, χόρτων. Ανακάλυψα και πάλι τις θαλασσινές σπηλιές. Λιγάκι μου φάνηκε πώς έμπαινε η θάλασσα πιο βαθειά μέσα τους. Όμως, ήταν εκεί, χαρούμενες και λαμπερές.
Εφτασα ξανά εδώ, λοιπόν, στον μεγαλύτερο ίσως παράδεισο μαζικού τουρισμού, της χώρας, όπου με την πρόθυμη συμβολή των κατοίκων, μεταλλάχθηκε η φυσική ομορφιά ενός μοναδικού τοπίου, σε ένα απέραντο ξενοδοχείο «all inclusive» -αλλά κι αυτό το προσπέρασα.
Άκουσα τα παράπονα των κατοίκων στη χαρακτηριστική ντοπιολαλιά: «Πολύς κόσμος μα φτωχός. Πράμα δεν αφήνουν. Οι «μεγάλοι» ξενοδόχοι τα παίρνουν όλα».
Μα δεν έδινα και μεγάλη σημασία. Οι συγχωριανοί μου έτσι ήταν πάντα. Γκρινιάρηδες και παραπονούμενοι, ακόμη κι όταν έβγαζαν τα εκατομμύρια απ΄τον τουρισμό. Ακόμη και πριν απ΄αυτόν, όταν έπαιρναν τις παχυλές επιδοτήσεις και «εξαργύρωναν» αλόγιστα, τα Μεσογειακά Προγράμματα, σε άκομψους τοίχους, σε βαριά αυτοκίνητα, σε μάταιες διασκεδάσεις και γεύσεις μιας ζωής που δεν τους ανήκε και δεν τους ταίριαζε. Δηλαδή, με δυο λόγια, έβλεπα πως δεν έχει αλλάξει και τίποτα σοβαρό η οικονομική κρίση.
Κι εκεί που καθόμουν κι έλεγα ότι «βρε παιδί μου, πάντα υπάρχει ελπίδα», ήρθε η πρώτη είδηση που συντάραξε την περιοχή: Ο κυρ-Θόδωρος κρεμάστηκε στην αποθήκη του σπιτιού του. Χρέη, τοκογλύφοι, ντροπή. Δεν μπορούσε να βγει έξω από την πόρτα του σπιτιού του. Σαν φυλακισμένος ζούσε τους τελευταίους μήνες. Δεν το άντεξε. Στα πενήντα τόσα χρόνια του, έβλεπε να καταρρέει το μικρό «βασίλειό» του. Και τέρμα… Ετσι απλά πέρασε τη θηλιά στο λαιμό του. Τη θηλιά που του περνούσαν στην ψυχή καθημερινά τα χρέη, οι οφειλές και τα βλέμματα των άλλων .
Δεν πρόλαβε να ξαναζεσταθεί το κοκαλάκι των συγχωριανών από το παγωμένο χαστούκι του θανάτου κι ήρθε η νέα είδηση : Ο κυρ-Γιάννης, βγήκε στην ταράτσα του σπιτιού του, επτά μέτρα απ΄τη γή, βούτηξε και πάει … Τον βρήκαν κι αυτόν τα παιδιά του να παλεύει με το χάρο στην αυλή, μπροστά απ΄τη θάλασσα, σ΄ένα τοπίο που η ομορφιά του σου κόβει την ανάσα. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, μα δεν κατάφεραν να τον επαναφέρουν. Στο δρόμο, άφησε την τελευταία του πνοή.
Μα τι έγινε, ο κυρ Γιάννης δεν μπορεί να πέθανε από …την οικονομική κρίση. Ηταν πλούσιος, πάντα έσωζε τους χωριανούς -ακόμη και στις πολύ παλιές εποχές. Καλός άνθρωπος, νοικοκύρης, με τα παιδιά του, τα σκυλιά του, τα εγγόνια του. Μπα δεν πρέπει να ήταν καλά στα μυαλά του…
Κι όμως. Ο άνθρωπος δεν άντεξε τελικά, όπως λένε, να μη του επιστρέφουν τα δανεικά. Δεν άντεξε να βλέπει, πως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης λιγόστευε συνεχώς η περιουσία που αγωνίστηκε τόσα χρόνια να αποκτήσει και να σκέπτεται ότι τώρα στα εβδομήντα του, ό,τι έκανε για τα παιδιά του, δεν θα υπάρχει πλέον. Πώς θα έβλεπε στα μάτια τα παιδιά του; Τι θα τους έλεγε; Πως τον ξεγέλασαν, πως στάθηκε αφελής και κακός πατέρας, μοιράζοντας την περιουσία τους από δω κι από κει, γιατί πίστευε πως θα του τα επέστρεφαν αυτά που του χρωστούσαν; Και έτσι έφυγε για πάντα ο κυρ-Γιάννης.
Το τρίτο και τελευταίο περιστατικό που μου έδωσε τη χαριστική βολή ήταν ακόμη πιο άγριο. Εκεί που καθόμασταν και τρώγαμε τον ροφό 11 κιλών, στην παραλία, χτύπησε το καταραμένο κινητό ενός απ΄την παρέα. «Τι; Τι; Δεν το πιστεύω… ».
Αυτές οι τρείς-τέσσερις λέξεις ήταν αρκετές για να ξαναπαγώσει το αίμα των ήδη υποψιασμένων συνδαιτυμόνων.
«Θυμάστε τον αστυνόμο της Μεσσαράς; Πάει, τραυματίστηκε βαριά, και η γυναίκα του σκοτώθηκε από έναν παλαβό που τον έπιασε αμόκ, και δι’ ασήμαντον αφορμή τράβηξε το κουζινομάχαιρο κι όποιον πήρε ο Χάρος».
Ο Χάρος πήρε τη γυναίκα του αστυνόμου, με τη μαχαιριά κατευθείαν στην καρδιά. Ούτε κιχ δεν έβγαλε. Κι ο ίδιος ο αστυνόμος ξέφυγε μεν το θάνατο, αλλά θα αργήσει να γίνει καλά, αν ποτέ γίνει ο άνθρωπος…
Το κεφάλι του ροφού με κοιτάζει ειρωνικά στην πιατέλα. Η σούπα κρυώνει στο πιάτο. Τα δυο-τρία παιδιά που έπαιζαν, πάγωσαν κι αυτά μη μπορώντας να εξηγήσουν τη σιωπή των μεγάλων. Ο χρόνος, λες και στάθηκε λίγα λεπτά πάνω απ΄όλους μας, μαζί κι ο θάνατος, μαζί κι η μοίρα μας, λες κι ήθελαν να αφουγκραστούν τις εντυπώσεις που προκάλεσαν τα έργα τους. Μόνο οι τουρίστες, πηγαινοέρχονταν, ανύποπτοι για το τι συμβαίνει, βυθισμένοι κι αυτοί σε μιαν άλλη ψευδαίσθηση: «Ας μαζέψουμε όσο ήλιο μπορούμε, κι ας σκορπίσουμε ό,τι μας απασχολεί, πριν βυθιστούμε πάλι στο δικό τους μαγγανοπήγαδο…»
Ενα παιδί που φώναξε ξαφνικά έσπασε τη σιωπή: «Ένα δελφίνι στο βάθος της θάλασσας παίζει με τα κύματα… ».
Αποσπαστήκαμε όλοι, μα από κανενός το μυαλό, είμαι σίγουρη, δεν πέρασε η ιδέα πως η ζωή πάντα είναι αλλού.
Υ.Γ. Μακάρι τα περιστατικά, που προανέφερα, να μην ήταν πραγματικά.
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο