Την ώρα που οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα παίρνουν πλέον χαρακτήρα ανοιχτής σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το καθεστώς Μαδούρο δείχνει να καταρρέει, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάλυση που δημοσίευσε ο Σινάν Τζιντί στη Natıonal Interest )17/12/2025), με τίτλο «Πως η Τουρκία στηρίζει τη Βενεζουέλα» . Πρόκειται για ένα κείμενο που φωτίζει έναν λιγότερο προβεβλημένο αλλά κρίσιμο παράγοντα: τον ρόλο της Τουρκίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως βασικού σωσιβίου του καθεστώτος Μαδούρο, μέσω κυκλωμάτων οικονομικής στήριξης, παρακάμψεων κυρώσεων και διασύνδεσης με το παγκόσμιο μαύρο εμπόριο.

Από «περιφερειακή σχέση» σε στρατηγικό στήριγμα

Σύμφωνα με τον Τζιντί, οι σχέσεις Τουρκίας–Βενεζουέλας μετατράπηκαν μετά το 2016 σε έναν από τους βασικούς πυλώνες επιβίωσης της κυβέρνησης του Καράκας. Αν και αρχικά βασίστηκαν σε μια ιδεολογική και πολιτική «αλληλεγγύη» μεταξύ Ερντογάν και Μαδούρο, από το 2018 και μετά εκτοξεύθηκαν σε καθαρά οικονομικό και στρατηγικό επίπεδο: το διμερές εμπόριο ξεπέρασε τα 1,1 δισ. δολάρια, από λιγότερα από 200 εκατ. έναν χρόνο πριν. Το 2023, μάλιστα, Τούρκοι εξαγωγικοί φορείς έθεταν ως στόχο τα 5 δισ. δολάρια «μεσοπρόθεσμα».

Για έναν παρατηρητή, η Τουρκία –μέλος του ΝΑΤΟ και τυπικά δυτική χώρα– μοιάζει «παράταιρη» δίπλα σε Ρωσία, Ιράν, Κίνα και Κούβα, τους υπόλοιπους υποστηρικτές του Μαδούρο. Ακριβώς αυτό, όμως, καθιστά τη συμμετοχή της Άγκυρας τόσο κρίσιμη.

Γεωπολιτική φιλοδοξία και αντιαμερικανισμός

Η ανάλυση του Τζιντί εντάσσει τη στήριξη Μαδούρο στη στρατηγική μεγαλοδυναμίας του Ερντογάν. Η Βενεζουέλα λειτουργεί ως προγεφύρωμα τουρκικής επιρροής στο δυτικό ημισφαίριο, πέρα από τα παραδοσιακά πεδία δράσης της Άγκυρας σε Μέση Ανατολή και Αφρική. Ο κοινός παρονομαστής είναι ο αντιαμερικανισμός και η απόρριψη των δυτικών δημοκρατικών κανόνων.

Ο Μαδούρο υπήρξε από τους πρώτους ηγέτες που στήριξαν τον Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016. Αντίστροφα, το 2019 ο Τούρκος πρόεδρος καταδίκασε ανοιχτά την αναγνώριση του Χουάν Γκουαϊδό από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, καλώντας τον Μαδούρο να «σταθεί όρθιος» την ώρα που οι δυνάμεις ασφαλείας χτυπούσαν διαδηλωτές στο Καράκας.

Χρυσός, φυσικό αέριο και παράκαμψη κυρώσεων

Η δημόσια πολιτική στήριξη είναι μόνο η επιφάνεια. Όπως υπογραμμίζει ο Τζιντί, ο πραγματικός πυρήνας της σχέσης βρίσκεται στα οικονομικά δίκτυα παραβίασης κυρώσεων. Τουρκικές επενδύσεις και συμφωνίες επικεντρώθηκαν σε τρεις τομείς-κλειδιά: φυσικό αέριο, πετροχημικά και εξόρυξη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο ρόλος της Τουρκίας στο εμπόριο χρυσού. Από το 2018, τουρκικές εταιρείες συμμετείχαν σε κρατικά μεταλλευτικά έργα στη νότια Βενεζουέλα (Orinoco Mining Arc), ενώ η Άγκυρα εισήγαγε σχεδόν 900 εκατ. δολάρια σε βενεζουελάνικο χρυσό μέσα σε έναν χρόνο. Σύμφωνα με την ανάλυση, ο χρυσός δεν επέστρεφε στη Βενεζουέλα ως αποθεματικό, αλλά μετατρεπόταν σε ρευστό χρήμα για τη διατήρηση του καθεστώτος, παρακάμπτοντας διεθνείς κυρώσεις.

Ο κρίκος του οργανωμένου εγκλήματος

Το άρθρο πηγαίνει ακόμη πιο μακριά, συνδέοντας την τουρκο-βενεζουελάνικη σχέση με ναρκοδιακίνηση και ξέπλυμα χρήματος. Κεντρικό πρόσωπο εμφανίζεται ο Άλεξ Σαάμπ, άνθρωπος-κλειδί του Μαδούρο, ο οποίος χρησιμοποίησε τουρκικές εταιρείες για τη διοχέτευση χρυσού και τη χρηματοδότηση κρατικών προγραμμάτων, με τεράστια υπερκοστολόγηση βασικών αγαθών. Το αποτέλεσμα: πλουτισμός της ελίτ και μαζικός υποσιτισμός του πληθυσμού.

Παράλληλα, η Τουρκία περιγράφεται ως κομβικό πέρασμα λατινοαμερικανικής κοκαΐνης προς την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, με το λιμάνι της Μερσίνας να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν και δεν αποδεικνύεται άμεση κρατική εμπλοκή, η ανάλυση μιλά για τουλάχιστον παθητική ανοχή από το καθεστώς Ερντογάν.

Το πραγματικό κόστος

Ο Τζιντί καταλήγει ότι το τίμημα αυτής της πολιτικής το πληρώνουν πρώτα απ’ όλα οι πολίτες της Βενεζουέλας: φτώχεια, βία, καταστολή και λεηλασία φυσικών πόρων. Ταυτόχρονα, η τουρκική βοήθεια προς τον Μαδούρο υπονομεύει το διεθνές σύστημα κυρώσεων, ενθαρρύνοντας και άλλους αυταρχικούς ηγέτες να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: πολύ πριν εμφανιστούν τα αμερικανικά στρατιωτικά μέσα πάνω από το Καράκας, ο Ερντογάν είχε ήδη επενδύσει πολιτικά, οικονομικά και στρατηγικά στην επιβίωση του Μαδούρο. Και τώρα, με το καθεστώς να κλονίζεται, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μέλλει γενέσθαι στη Βενεζουέλα, αλλά πώς θα επηρεαστεί ολόκληρο το πλέγμα των αυταρχικών συμμαχιών που την κράτησαν όρθια.