Σε 25 χρόνια κάθειρξης –τη μέγιστη προβλεπόμενη ποινή– καταδικάστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Κουίνς ο 37χρονος Τζορτζ Τσιντζέλης, ελληνικής καταγωγής, για την απόπειρα δολοφονίας της 64χρονης μητέρας του, την οποία έσπρωξε από το παράθυρο τρίτου ορόφου στην Αστόρια τον Νοέμβριο του 2024.
Παρά τα «κροκοδείλια δάκρυα» στο δικαστήριο, ο κατηγορούμενος δεν κατάφερε να μεταπείσει την έδρα. Αντιθέτως, επιχείρησε να αποποιηθεί των ευθυνών του, υποστηρίζοντας ότι η μητέρα του «το έκανε στον εαυτό της» και ότι «είχε προβλήματα ψυχικής υγείας». «Δεν είναι δίκαιο να χάνω την ελευθερία μου εξαιτίας κάποιου που έχει προβλήματα ψυχικής υγείας», φώναξε προς τον δικαστή Πίτερ Βαλόνε, καταγγέλλοντας τον εισαγγελέα ως «ψεύτη» και κάνοντας λόγο για «άδικη» μεταχείριση.
Η επίθεση και η καταδίκη
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η επίθεση σημειώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 2024, όταν η Παρασκευή Τσιντζέλη αρνήθηκε να δώσει χρήματα στον γιο της για ναρκωτικά. Ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση που κατέληξε στη ρίψη της από το παράθυρο τριώροφου κτιρίου. Η 64χρονη επέζησε από θαύμα της πτώσης και κατέθεσε εναντίον του στο δικαστήριο.
Τον Δεκέμβριο, ένορκοι στο Κουίνς τον έκριναν ένοχο για απόπειρα δολοφονίας. Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς περί ευθύνης του θύματος και επέβαλε την ανώτατη ποινή.
Η αντίδραση της οικογένειας
Η μητέρα του δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην αίθουσα την ημέρα της καταδίκης. Ωστόσο, η αδερφή του κατηγορουμένου, Αργυρώ, ήταν σαφής: «Του άξιζε αυτό που έπαθε. Δεν θέλω να τον ξαναδώ στους δρόμους. Νιώθω πιο ασφαλής. Δεν θα έπρεπε να είναι στην κοινωνία. Πέταξε τη ζωή του στα σκουπίδια. Δεν τον νοιάζει – όλα έχουν να κάνουν με αυτόν».
Η υπόθεση συγκλόνισε την ομογένεια της Νέας Υόρκης, ενώ οι δικαστικές αρχές υπογράμμισαν ότι η ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα του εγκλήματος και την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας.