Την άποψη ότι η σημερινή σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν δεν αποτελεί μια ξαφνική κρίση, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής αντιπαράθεσης δεκαετιών, αναπτύσσει σε ανάλυσή της στο International Institute of Strategy η ερευνήτρια διεθνών σχέσεων Μαριάνα Συμεωνίδη.

Σύμφωνα με την ίδια, η κλιμακούμενη ένταση στη Μέση Ανατολή έχει αυξήσει δραματικά τους φόβους για μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, τα σημερινά γεγονότα δεν μπορούν να κατανοηθούν αποκομμένα από την ιστορική πορεία των γεωπολιτικών ανταγωνισμών που διαμορφώθηκαν ήδη από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Η ανάλυση υποστηρίζει ότι η κρίση των ετών 2025-2026 αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς αλυσίδας στρατηγικών αντιπαραθέσεων, ιδεολογικών συγκρούσεων και ανταγωνιστικών αρχιτεκτονικών ασφάλειας στην περιοχή.

Από τον Ψυχρό Πόλεμο στη σημερινή κρίση

Η Συμεωνίδη εντοπίζει τις ρίζες της αντιπαράθεσης ήδη στη δεκαετία του 1950, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο στήριξαν την ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού του Ιράν Μοχάμεντ Μοσαντέκ και την επαναφορά στην εξουσία του Σάχη. Το γεγονός αυτό, όπως σημειώνει, δημιούργησε βαθιά δυσπιστία στην ιρανική πολιτική κουλτούρα απέναντι στη Δύση.

Για δεκαετίες οι ΗΠΑ διατηρούσαν στρατηγικές σχέσεις τόσο με το Ισραήλ όσο και με το Ιράν του Σάχη, μέχρι που η Ιρανική Επανάσταση του 1979 άλλαξε ριζικά τις ισορροπίες, εγκαθιδρύοντας ένα καθεστώς έντονα αντιδυτικό και αντιισραηλινό.

Από εκείνο το σημείο και μετά, η Τεχεράνη εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς γεωπολιτικούς αντιπάλους της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ.

Ο «σκιώδης πόλεμος» Ισραήλ-Ιράν

Στη δεκαετία του 1980 και έπειτα, η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε σε ένα σύνθετο πεδίο έμμεσων συγκρούσεων. Το Ισραήλ θεωρούσε ότι η πιθανότητα ενός πυρηνικά εξοπλισμένου Ιράν θα αποτελούσε υπαρξιακή απειλή για την ασφάλειά του.

Την ίδια στιγμή, το Ιράν επένδυσε στη δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου συμμάχων και παραστρατιωτικών οργανώσεων στη Μέση Ανατολή – όπως η Χεζμπολάχ στον Λίβανο ή ένοπλες οργανώσεις στο Ιράκ και την Υεμένη – ώστε να ενισχύσει την επιρροή του χωρίς άμεση σύγκρουση με τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ.

Αυτή η κατάσταση δημιούργησε αυτό που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως «σκιώδη πόλεμο» μεταξύ των δύο χωρών, με κυβερνοεπιθέσεις, στοχευμένες δολοφονίες και επιχειρήσεις μέσω αντιπροσώπων.

Το πυρηνικό πρόγραμμα και η νέα κλιμάκωση

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει η Συμεωνίδη και στην κατάρρευση της συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα το 2018, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από τη συμφωνία JCPOA και επανέφεραν σκληρές οικονομικές κυρώσεις.

Η εξέλιξη αυτή, όπως σημειώνει, επιδείνωσε το λεγόμενο δίλημμα ασφαλείας: κάθε κίνηση μιας πλευράς για ενίσχυση της ασφάλειάς της εκλαμβανόταν από τις άλλες ως απειλή.

Από το 2023 και μετά, η ένταση μεταφέρθηκε όλο και περισσότερο σε πολεμικές επιχειρήσεις μέσω πληρεξουσίων δυνάμεων σε Ιράκ, Συρία και Λίβανο.

Η κατάσταση κλιμακώθηκε δραματικά το 2025, όταν σημειώθηκαν άμεσες ανταλλαγές επιθέσεων μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν για πρώτη φορά πλήγματα σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.

Η έκρηξη της κρίσης το 2026

Σύμφωνα με την ανάλυση, η κλιμάκωση του Μαρτίου 2026 με τις επιθέσεις σε ιρανικούς στόχους και τις μαζικές εκτοξεύσεις πυραύλων και drones προς το Ισραήλ δείχνει πόσο εύκολα ένας πόλεμος μέσω αντιπροσώπων μπορεί να εξελιχθεί σε περιφερειακή σύγκρουση.

Οι επιθέσεις επηρέασαν και άλλες χώρες της περιοχής του Κόλπου, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι έχουν ήδη εκτοπιστεί.

Ο φαύλος κύκλος αποτροπής

Η Συμεωνίδη τονίζει ότι η στρατηγική των τριών βασικών δρώντων στηρίζεται σε διαφορετικές μορφές αποτροπής.

Το Ισραήλ επιδιώκει να διατηρήσει στρατιωτική υπεροχή και να αποτρέψει την απόκτηση πυρηνικών όπλων από το Ιράν, ενώ η Τεχεράνη χρησιμοποιεί πυραυλικά προγράμματα και δίκτυα συμμάχων για να αντισταθμίσει τη στρατιωτική ισχύ των αντιπάλων της.

Αυτό το σύστημα αμοιβαίας αποτροπής μειώνει μεν την πιθανότητα ενός γενικευμένου πολέμου, ταυτόχρονα όμως ενθαρρύνει συγκρούσεις χαμηλότερης έντασης, επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων δυνάμεων και επιχειρήσεις στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη».

Η μεγάλη εικόνα

Καταλήγοντας, η ερευνήτρια υπογραμμίζει ότι η σημερινή κρίση δεν είναι απλώς μια νέα πολεμική αναμέτρηση, αλλά η φυσική συνέχεια μιας μακράς γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να διατηρήσουν την περιφερειακή τάξη που δημιούργησαν μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, το Ισραήλ προσπαθεί να προστατεύσει την ασφάλειά του από έναν πιθανό πυρηνικό αντίπαλο και το Ιράν επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή του και να σπάσει τον στρατηγικό κλοιό γύρω του.

Σε αυτό το περιβάλλον, προειδοποιεί η Συμεωνίδη, χωρίς σοβαρούς μηχανισμούς διπλωματικής αποκλιμάκωσης, οι δομικές αιτίες της σύγκρουσης θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν νέους κύκλους έντασης στη Μέση Ανατολή.