Κάποτε αντιμετωπίζονταν περίπου ως μια ανοργάνωτη ομάδα ανταρτών της βόρειας Υεμένης. Μαχητές χωρίς κανονική στρατιωτική εξάρτυση, πολλές φορές με σανδάλια αντί για στρατιωτικά άρβυλα, πάνω σε αγροτικά οχήματα και με οπλισμό που δύσκολα θα προκαλούσε ανησυχία σε έναν σύγχρονο στρατό.

Σήμερα οι Χούθι αποτελούν κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η οργάνωση Ανσάρ Αλλάχ έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πλέον ανθεκτικούς μη κρατικούς στρατιωτικούς δρώντες της Μέσης Ανατολής, με πυραυλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, δυνατότητες θαλάσσιων επιθέσεων και —κυρίως— την ικανότητα να επηρεάζει μία από τις σημαντικότερες εμπορικές αρτηρίες του πλανήτη.

Αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει την Υεμένη από έναν ακόμη περιφερειακό πόλεμο σε δοκιμασία για το ίδιο το διεθνές σύστημα ασφαλείας.

Οι Χούθι έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να επιβιώσουν από πολύ ισχυρότερους αντιπάλους. Άντεξαν χρόνια σαουδαραβικών επιχειρήσεων, επέζησαν αμερικανικών και βρετανικών πληγμάτων και βρέθηκαν αντιμέτωποι ακόμη και με την ισραηλινή πολεμική μηχανή.

Και όμως παραμένουν στο πεδίο.

Από τη Σαάντα στη Σαναά

Οι Χούθι προέρχονται από τη βορειοδυτική Υεμένη και έχουν τις κοινωνικές και θρησκευτικές ρίζες τους στον ζαϊδισμό, κλάδο του σιιτικού Ισλάμ με βαθιά ιστορική παρουσία στη χώρα.

Το κίνημα αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του 1990 και σταδιακά πέρασε από την πολιτικοθρησκευτική κινητοποίηση στην ένοπλη αντιπαράθεση με την κεντρική κυβέρνηση.

Το καθοριστικό σημείο ήρθε το 2014.

Οι δυνάμεις των Χούθι κατέλαβαν τη Σαναά, ανατρέποντας ουσιαστικά τις υφιστάμενες ισορροπίες εξουσίας και ανοίγοντας τον δρόμο για τον εμφύλιο πόλεμο που μετέτρεψε την Υεμένη σε ένα από τα πιο σύνθετα μέτωπα της Μέσης Ανατολής.

Η Σαουδική Αραβία επενέβη στρατιωτικά τον Μάρτιο του 2015, επικεφαλής αραβικού συνασπισμού, με στόχο την αποκατάσταση της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης.

Η επιχείρηση όμως εξελίχθηκε σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς.

Παρά τη σαουδαραβική αεροπορική υπεροχή, τα προηγμένα οπλικά συστήματα και την τεράστια διαφορά οικονομικής ισχύος, οι Χούθι δεν κατέρρευσαν.

Αντιθέτως, εδραιώθηκαν.

Το μάθημα που έδωσαν στους ισχυρούς

Η περίπτωση των Χούθι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο έχει αλλάξει ο σύγχρονος πόλεμος.

Η αριθμητική ή τεχνολογική υπεροχή ενός κράτους δεν οδηγεί αυτομάτως στη συντριβή ενός αποφασισμένου μη κρατικού αντιπάλου.

Η οργάνωση έμαθε να πολεμά αποκεντρωμένα, να κρύβει κρίσιμες υποδομές, να μετακινεί δυνάμεις και να διατηρεί επιχειρησιακές δυνατότητες ακόμη και υπό συνεχή αεροπορική πίεση.

Παράλληλα, ανέπτυξε ένα οπλοστάσιο που πριν από λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητο για μια αντάρτικη οργάνωση.

Βαλλιστικοί πύραυλοι, πύραυλοι cruise, UAV, εκρηκτικά μη επανδρωμένα σκάφη και δυνατότητες προσβολής θαλάσσιων στόχων αποτελούν πλέον μέρος της επιχειρησιακής πραγματικότητας.

Ο «ξυπόλητος αντάρτης» απέκτησε πρόσβαση στην τεχνολογία του πολέμου του 21ου αιώνα.

Η σχέση με το Ιράν και το μεγάλο λάθος της «μαριονέτας»

Κεντρικό ρόλο στην ενίσχυση των Χούθι έχει διαδραματίσει το Ιράν.

Η Τεχεράνη προσέφερε τεχνική τεχνογνωσία, εκπαίδευση, στρατιωτική υποστήριξη και πρόσβαση σε τεχνολογίες που επέτρεψαν στην οργάνωση να αναπτύξει προηγμένα όπλα.

Ωστόσο, η εικόνα μιας δύναμης που απλώς εκτελεί εντολές από την Τεχεράνη φαίνεται υπερβολικά απλουστευτική.

Οι Χούθι μοιράζονται σημαντικούς στρατηγικούς στόχους με το Ιράν και αποτελούν μέρος του αποκαλούμενου «Άξονα της Αντίστασης», αλλά έχουν αναπτύξει σημαντικό βαθμό επιχειρησιακής αυτονομίας.

Ακριβώς αυτή η αυτονομία δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα στους αντιπάλους τους.

Ακόμη και εάν περιοριστούν οι γραμμές ανεφοδιασμού από το Ιράν, η οργάνωση δεν μένει αυτομάτως χωρίς δυνατότητα δράσης.

Οι Χούθι αξιοποιούν λαθρεμπορικά δίκτυα, τοπικές φυλετικές δομές, εμπορικά διαθέσιμα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και πρώτες ύλες από τη διεθνή αγορά.

Παράλληλα έχουν δημιουργήσει δυνατότητες εγχώριας συναρμολόγησης και παραγωγής ορισμένων συστημάτων.

Αυτό αλλάζει δραματικά την εξίσωση.

Γιατί δεν αρκεί πλέον να εμποδίσει κανείς την άφιξη ενός ιρανικού πυραύλου. Πρέπει να εξουδετερώσει ένα ολόκληρο δίκτυο παραγωγής, προμηθειών, μεταφοράς τεχνογνωσίας και αυτοσχέδιας στρατιωτικής βιομηχανίας.

Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αλλάζει τα πάντα

Η πραγματική δύναμη των Χούθι δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των μαχητών ή στα όπλα που διαθέτουν.

Βρίσκεται στη γεωγραφία.

Η Υεμένη δεσπόζει δίπλα στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, το στενό που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και κατ' επέκταση τον Ινδικό Ωκεανό.

Μαζί με τη Διώρυγα του Σουέζ, αποτελεί κρίσιμο τμήμα της ταχύτερης θαλάσσιας οδού μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.

Αυτό σημαίνει ότι μια περιφερειακή οργάνωση μπορεί, χρησιμοποιώντας σχετικά φθηνά όπλα, να προκαλέσει δυσανάλογες συνέπειες στο παγκόσμιο εμπόριο.

Οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων από το 2023 το απέδειξαν στην πράξη.

Μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες αναγκάστηκαν να αποφεύγουν την Ερυθρά Θάλασσα και να στέλνουν τα πλοία τους γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας.

Η παράκαμψη σημαίνει χιλιάδες επιπλέον ναυτικά μίλια, μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμων, αυξημένα ασφάλιστρα, καθυστερήσεις και πρόσθετο κόστος για ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Έτσι, ένα drone ή ένας πύραυλος που κοστίζει ένα κλάσμα της αξίας ενός εμπορικού πλοίου μπορεί να προκαλέσει οικονομικές συνέπειες πολλαπλάσιας κλίμακας.

Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα του ασύμμετρου πολέμου.

Το δύσκολο στοίχημα της Σαουδικής Αραβίας

Για το Ριάντ το πρόβλημα είναι υπαρξιακό από γεωστρατηγική άποψη.

Η Σαουδική Αραβία δεν επιθυμεί έναν ισχυρό, εχθρικό και ένοπλο σχηματισμό στα νότια σύνορά της, με δυνατότητα να πλήττει αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές.

Υπάρχει όμως και η οικονομική διάσταση.

Το σαουδαραβικό βασίλειο επιχειρεί να μετασχηματίσει την οικονομία του μέσω τεράστιων επενδύσεων σε τεχνολογία, τουρισμό, βιομηχανία και υποδομές.

Η μόνιμη παρουσία μιας δύναμης που μπορεί να εξαπολύει πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις δημιουργεί έναν παράγοντα αστάθειας που το Ριάντ θέλει πάση θυσία να περιορίσει.

Το ερώτημα είναι με ποιο κόστος.

Η προηγούμενη εμπειρία έδειξε ότι η αεροπορική ισχύς από μόνη της δεν αρκεί.

Για να καταστραφεί ολοκληρωτικά η στρατιωτική δομή των Χούθι θα απαιτούνταν πιθανότατα ευρείας κλίμακας επιχειρήσεις σε ένα εξαιρετικά δύσκολο γεωγραφικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Και αυτό σημαίνει νέες απώλειες, τεράστιο οικονομικό κόστος και κίνδυνο ενός ακόμη πολέμου χωρίς σαφή έξοδο.

Η πρόκληση για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη Σαουδική Αραβία.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Χούθι αποτελούν πρόκληση στην ίδια την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας σε μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς του κόσμου.

Για το Ισραήλ, αποτελούν ένα ακόμη μέτωπο του ευρύτερου περιφερειακού ανταγωνισμού με τον άξονα που έχει οικοδομήσει το Ιράν.

Το ιδιαίτερο πρόβλημα είναι ότι η χρήση πανάκριβων αναχαιτιστικών πυραύλων για την κατάρριψη σχετικά φθηνών drones και πυραύλων δημιουργεί μια δύσκολη οικονομική σχέση κόστους και αποτελέσματος.

Ο επιτιθέμενος μπορεί να χρειάζεται μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια.

Ο αμυνόμενος μπορεί να χρειάζεται εκατομμύρια για να τον σταματήσει.

Και εάν αυτό επαναλαμβάνεται επί μήνες ή χρόνια, η πίεση μεταφέρεται από το τακτικό στο στρατηγικό επίπεδο.

Οι «ξυπόλητοι» που έγιναν παγκόσμιο πρόβλημα

Η ιστορία των Χούθι είναι τελικά και μια ιστορία για τη μεταμόρφωση της στρατιωτικής ισχύος στον 21ο αιώνα.

Μια δύναμη που κάποτε θεωρούνταν περιφερειακή πολιτοφυλακή κατάφερε να εκμεταλλευθεί γεωγραφία, ιδεολογία, εξωτερική υποστήριξη, φθηνή τεχνολογία και χρόνια πολεμική εμπειρία.

Δεν χρειάζεται να διαθέτει αεροπλανοφόρα.

Δεν χρειάζεται να διαθέτει μαχητικά πέμπτης γενιάς.

Δεν χρειάζεται καν να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο.

Αρκεί να μπορεί να παραμείνει στο πεδίο, να επιβιώνει και να επιβάλλει στον αντίπαλο διαρκώς μεγαλύτερο κόστος.

Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση.

Γιατί οι Χούθι δεν δοκιμάζουν μόνο τη στρατιωτική ισχύ της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΠΑ ή του Ισραήλ.

Δοκιμάζουν την ικανότητα του διεθνούς συστήματος να προστατεύσει τις θαλάσσιες οδούς, να διατηρήσει ανοικτό το παγκόσμιο εμπόριο και να αντιμετωπίσει μη κρατικούς δρώντες που διαθέτουν πλέον δυνατότητες οι οποίες μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες αποτελούσαν αποκλειστικό προνόμιο κρατών.

Και αυτό εξηγεί γιατί οι άλλοτε «ξυπόλητοι αντάρτες» της Υεμένης έχουν μετατραπεί σε έναν αντίπαλο που κανείς πλέον δεν μπορεί να υποτιμήσει.