Μία μεγάλη επιχείρηση προσέλκυσης των πλουσίων του Λονδίνου, του Ντουμπάι και της τουρκικής διασποράς έχει θέσει σε εφαρμογή η Άγκυρα, επιχειρώντας να μετατρέψει τη γεωγραφική θέση της Τουρκίας σε οικονομικό και γεωπολιτικό πλεονέκτημα.

Το σχέδιο που παρουσιάζει το Bloomberg είναι φιλόδοξο: έως 20 χρόνια χωρίς τουρκικό φόρο για εισοδήματα του εξωτερικού, περιορισμένος φόρος κληρονομιάς, αμνηστία για αδήλωτα περιουσιακά στοιχεία και δυνατότητα απόκτησης υπηκοότητας μέσω αγοράς ακινήτου αξίας 400.000 δολαρίων.

Η Άγκυρα θέλει να εκμεταλλευτεί τα προβλήματα των ανταγωνιστών της. Η Βρετανία κατάργησε τα φορολογικά προνόμια των «non-doms», προκαλώντας κύμα αποχωρήσεων εύπορων κατοίκων. Την ίδια ώρα, ο πόλεμος των ΗΠΑ με το Ιράν και οι επιθέσεις στην περιοχή δοκιμάζουν την εικόνα του Ντουμπάι και του Άμπου Ντάμπι ως ασφαλών καταφυγίων.

Το γεωπολιτικό στοίχημα του Ερντογάν

Η Τουρκία προβάλλεται ως η ενδιάμεση λύση: αρκετά κοντά στην Ευρώπη, με άμεση πρόσβαση στην Ασία, αλλά μακρύτερα από τα πεδία της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο.

Η Κωνσταντινούπολη επιστρατεύει όλα τα δυνατά χαρτιά της: τη θέση της στον Βόσπορο, τις αεροπορικές συνδέσεις, τις σύγχρονες υπηρεσίες υγείας, τα διεθνή σχολεία, τις πολυτελείς μαρίνες και τα πανάκριβα παραθαλάσσια αρχοντικά της.

Η Τουρκία κυνηγά πλούσιους από Λονδίνο και Ντουμπάι!

Η στρατηγική δεν περιορίζεται στην προσέλκυση ξένων δισεκατομμυριούχων. Απευθύνεται και στους εύπορους Τούρκους που ζουν στη Βρετανία, τη Γερμανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρόκειται για ανθρώπους με επιχειρήσεις, περιουσίες και δεσμούς με την πατρίδα τους, τους οποίους η κυβέρνηση Ερντογάν θέλει να πείσει να επιστρέψουν μαζί με τα κεφάλαιά τους.

Η μεγάλη αντίφαση

Εδώ, όμως, βρίσκεται και η αχίλλειος πτέρνα του τουρκικού σχεδίου. Η Άγκυρα προσπαθεί να εισαγάγει πλούτο σε μία χώρα από την οποία οι ίδιοι οι πλούσιοι Τούρκοι έβγαζαν επί χρόνια τα χρήματά τους.

Ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, οι διαδοχικές υποτιμήσεις της λίρας και οι ανορθόδοξες επιλογές στη νομισματική πολιτική κλόνισαν την εμπιστοσύνη επιχειρηματιών και επενδυτών. Τα κεφάλαια αναζητούν πάνω απ’ όλα προβλεψιμότητα – και αυτή ακριβώς είναι που έλειψε από την τουρκική οικονομία.

Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της προστασίας της ιδιωτικής περιουσίας. Η διεύρυνση των κατασχέσεων εταιρειών μετέτρεψε το κρατικό TMSF σε έναν ιδιότυπο επιχειρηματικό κολοσσό, ο οποίος ελέγχει περισσότερες από 1.000 επιχειρήσεις.

Για έναν δισεκατομμυριούχο, ένα οικογενειακό γραφείο ή έναν διαχειριστή επενδυτικών κεφαλαίων, ο χαμηλός φόρος δεν αρκεί. Απαιτούνται ανεξάρτητοι θεσμοί, σαφείς κανόνες και βεβαιότητα ότι μία περιουσία δεν θα βρεθεί ξαφνικά αντιμέτωπη με κρατική παρέμβαση.

Το διαβατήριο των 400.000 δολαρίων

Η Άγκυρα επιχειρεί να υπερβεί τις ενστάσεις προσφέροντας ένα από τα πιο προσιτά προγράμματα υπηκοότητας μέσω επένδυσης. Η αγορά ακινήτου αξίας τουλάχιστον 400.000 δολαρίων, με υποχρέωση διακράτησης για τρία χρόνια, ανοίγει τον δρόμο για την απόκτηση τουρκικού διαβατηρίου.

Το πρόγραμμα έχει ήδη προσελκύσει Ρώσους και Κινέζους, ενώ καταγράφονται ερωτήματα από υποψήφιους επενδυτές στην Ινδία, τις ΗΠΑ, τη Βρετανία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Η χρονική συγκυρία ευνοεί την Τουρκία. Ευρωπαϊκές χώρες περιορίζουν αντίστοιχα προγράμματα «χρυσής βίζας», η Βρετανία γίνεται λιγότερο φιλική προς τους ξένους μεγιστάνες και ο Κόλπος υπενθυμίζει ότι παραμένει εκτεθειμένος στις γεωπολιτικές αναφλέξεις της Μέσης Ανατολής.

Η Τουρκία κυνηγά πλούσιους από Λονδίνο και Ντουμπάι!

Ο στόχος και η πραγματικότητα

Το Χρηματοπιστωτικό Κέντρο της Κωνσταντινούπολης, παρά τις μεγάλες εξαγγελίες και τη στέγαση της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας και κρατικών τραπεζών, δεν έχει καταφέρει ακόμη να αποκτήσει την κρίσιμη μάζα διεθνών οργανισμών που διαθέτουν το Ντουμπάι, το Λονδίνο ή ακόμη και το Ριάντ.

Η Τουρκία θέλει να γίνει τόπος όπου «το κεφάλαιο συναντιέται», όπως διακηρύσσει ο Ερντογάν. Για να το πετύχει, όμως, δεν αρκούν οι φοροαπαλλαγές και τα διαβατήρια μέσω ακινήτων.

Η γεωγραφία μπορεί να προσελκύσει το ενδιαφέρον. Η χαμηλή φορολογία μπορεί να ανοίξει την πόρτα. Μόνο η θεσμική ασφάλεια, όμως, μπορεί να πείσει το μεγάλο κεφάλαιο να περάσει το κατώφλι και να παραμείνει στην Τουρκία.