Ο τελευταίος Έλληνας ένστολος που πάτησε στα Ίμια, σε αποστολή που ο ίδιος χαρακτηρίζει «ιερή», λύνει τη σιωπή του τρεις δεκαετίες μετά και περιγράφει μια αλυσίδα αποφάσεων και παραλείψεων που –όπως λέει– «άνοιξαν την κερκόπορτα» για το γκριζάρισμα του Αιγαίου. Ο εν αποστρατεία βατραχάνθρωπος του Λιμενικό Σώμα, Κώστας Χατζηδάκης, μιλά σε χειμαρρώδη συνέντευξη στο Newsbomb, ανασύροντας λεπτό προς λεπτό το δικό του επεισόδιο της 17ης Απριλίου 1996: την ανάκτηση της ελληνικής σημαίας από τις βραχονησίδες, ώστε –όπως υποστηρίζει– να μη βρεθεί «το σύμβολο στα χέρια του αντιπάλου» και μετατραπεί σε εργαλείο προπαγάνδας.

«Όχι πλοία, όχι σημαίες, όχι στρατός»

Ο Χατζηδάκης τοποθετεί την αποστολή του χρονικά «λίγες εβδομάδες μετά» τα γεγονότα και την περιγράφει ως την «επόμενη ταφόπλακα» μετά την κρίσιμη εντολή που συνοψίζει στο τρίπτυχο «όχι πλοία, όχι σημαίες, όχι στρατός». Σε αυτό το πλαίσιο, εξηγεί ότι η σημαία που κλήθηκε να πάρει είχε τοποθετηθεί από μέλη ελληνοαμερικανικής ένωσης και ότι η ανάκτησή της έγινε υπό συνθήκες άμεσης απειλής.

Κατά την περιγραφή του, την ώρα που επιχειρούσε, τουρκικό στρατιωτικό ελικόπτερο πετούσε σε εξαιρετικά χαμηλό ύψος, με ανοικτή πόρτα και ορατό πολυβολητή – ενώ ακολούθησε υπέρπτηση από τουρκικό μαχητικό F-16 Fighting Falcon σε τόσο μικρή απόσταση, που, όπως λέει, του προκάλεσε πρόβλημα ακοής. Το διακύβευμα, στη δική του ανάγνωση, ήταν διπλό: να μη «πέσει» η σημαία ως λάφυρο και να μη στηθεί –όπως φοβόταν– ένα αφήγημα περί «ένοπλης ελληνικής παρουσίας» που θα αξιοποιούνταν σε διεθνή φόρα.

«Μου ζήτησαν να καταστραφεί η σημαία»

Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί ο ισχυρισμός του ότι αυτό που του ζητήθηκε, τελικά, ήταν η καταστροφή της σημαίας. Ο ίδιος λέει πως αρνήθηκε, θεωρώντας ότι θα γινόταν «συνένοχος» σε μια «συνεχιζόμενη προδοσία» και πως δεν θα μπορούσε να ζήσει με αυτή την επιλογή. Η αναφορά του δεν μένει μόνο στο περιστατικό, αλλά μετατρέπεται σε συνολική πολιτικο-στρατιωτική καταγγελία για τη διαχείριση της κρίσης και για το πώς, κατά τη γνώμη του, παγιώθηκαν «γκρίζες ζώνες».

Το ελικόπτερο «δεν εβλήθη» – «Υπάρχει ατολμία για εξεταστική»

Ο Χατζηδάκης δηλώνει κατηγορηματικά πως το ελικόπτερο που συνετρίβη τη νύχτα της κρίσης και παρέσυρε στον θάνατο τρεις Έλληνες αξιωματικούς «δεν εβλήθη ποτέ από εχθρικά πυρά», επικαλούμενος ότι είδε ο ίδιος την ανάσυρση και έχει «ξεκάθαρη εικόνα». Παράλληλα, καταγγέλλει ότι κρίσιμες πτυχές δεν ξεκαθαρίστηκαν ποτέ σε βάθος, μιλώντας για «γενικευμένη ατολμία» να συσταθεί εξεταστική επιτροπή και για ένα «επιδερμικό πόρισμα» που στόχευσε να κλείσει γρήγορα η υπόθεση.

Αιχμές κατά της ηγεσίας: «Πιαστήκαμε στον ύπνο»

Στο πεδίο των ευθυνών, στρέφει τα βέλη του κυρίως προς τη στρατιωτική ηγεσία της εποχής, κατονομάζοντας τον τότε Α/ΓΕΕΘΑ Χρήστος Λυμπέρης. Υποστηρίζει ότι ο στόλος όφειλε να είναι προετοιμασμένος ακόμη και για «ολοκληρωτική ναυμαχία» και ότι οι βραχονησίδες έπρεπε να έχουν επανδρωθεί εγκαίρως, τονίζοντας πως «ήμασταν επιπόλαια οργανωμένοι και πιαστήκαμε στον ύπνο».

Σύνδεση με το σήμερα: «Navtex» και “σταθερή πολιτική” της Τουρκίας

Ο ίδιος επιχειρεί να φέρει τη συζήτηση στο παρόν, λέγοντας ότι οι διαθέσεις της Τουρκία είναι γνωστές και ότι η πίεση επανέρχεται με εργαλεία όπως οι παράνομες –όπως τις χαρακτηρίζει– δεσμεύσεις περιοχών μέσω NAVTEX. Η βασική του θέση είναι πως όταν η ελληνική πλευρά εμφανίζεται υποχωρητική, η άλλη πλευρά δεν αρκείται «σε αυτά που διεκδικεί» αλλά επιδιώκει «να τα πάρει όλα».

Το πολιτικό μήνυμα μιας μαρτυρίας

Πέρα από το ιστορικό βάρος, η συνέντευξη έχει ξεκάθαρο πολιτικό αποτύπωμα: ο Χατζηδάκης παρουσιάζει το επεισόδιο της σημαίας ως σημείο-σύμβολο μιας ευρύτερης στρατηγικής διολίσθησης, που κατά την άποψή του έστρωσε το έδαφος για το γκριζάρισμα στο Αιγαίο. Και κλείνει με κάλεσμα διαρκούς εγρήγορσης, προειδοποιώντας ότι «η ιστορία επαναλαμβάνεται» – ειδικά όταν τα διδάγματά της μένουν στα χαρτιά.