Σε μια εξαιρετικά προκλητική και επικίνδυνη γραμμή κινείται ανάλυση που δημοσιεύθηκε από το τουρκικό "Stratejik Düşünce Enstitüsü", "Ινστιτούτο Στρατηγικής Σκέψης" ελληνιστί, μιας δεξαμενή σκέψης που παρουσιάζεται ως συνδεδεμένη με την τουρκική κρατική στρατηγική σκέψη. Το κείμενο, υπογεγραμμένο από τον Άλπερ Ταν, δεν περιορίζεται σε μια συνήθη κριτική προς την Αθήνα, αλλά προχωρά σε ευθείες απειλές, ιστορικές αναθεωρήσεις και υπαινιγμούς περί «ένωσης» Ελλάδας και Τουρκίας.

Η ανάλυση έχει τίτλο: «Γιατί η Αθήνα καταδικάζει τον εαυτό της σε πολεμική ατζέντα; Είστε διατεθειμένοι να συζητήσετε την ένωση της Ελλάδας με την Τουρκία;». Ήδη από τον τίτλο, το μήνυμα είναι σαφές: η ελληνική στρατηγική σύγκλιση με τη Γαλλία, το Ισραήλ και τη Δύση παρουσιάζεται από την τουρκική πλευρά ως επιλογή που δήθεν οδηγεί την Αθήνα σε πόλεμο.

Αφορμή για την παρέμβαση αποτέλεσε η δήλωση του Εμανουέλ Μακρόν, στις 25 Απριλίου, στο πλευρό του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ότι εάν απειληθεί η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο, η Γαλλία θα σταθεί στο πλευρό της Αθήνας. Το κείμενο υποστηρίζει ότι η ελληνική πλευρά ερμήνευσε τη δήλωση ως «σαφές μήνυμα προς την Τουρκία», ενώ σημειώνει πως μετά την αντίδραση της Άγκυρας το γαλλικό ΥΠΕΞ προσπάθησε να ανασκευάσει, λέγοντας ότι ο Μακρόν δεν στόχευε συγκεκριμένη χώρα.

Αναθεωρητική ανάγνωση της ελληνικής ιστορίας

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο του κειμένου είναι ότι δεν μένει στην επικαιρότητα. Επιχειρεί να αποδομήσει συνολικά την ιστορική υπόσταση του ελληνικού κράτους, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων και κυρίως της Βρετανίας.

Σύμφωνα με την τουρκική ανάλυση, η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ενθαρρύνθηκε από εξωτερικούς παράγοντες, η ανεξαρτησία της Ελλάδας υπήρξε προϊόν γεωπολιτικού σχεδιασμού της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, ενώ το ελληνικό κράτος περιγράφεται ως «μικρό και ελεγχόμενο» εργαλείο ισορροπίας απέναντι στη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το αφήγημα αυτό είναι βαθιά προβληματικό. Δεν πρόκειται απλώς για ιστορική ερμηνεία. Πρόκειται για απόπειρα απονομιμοποίησης της ελληνικής κρατικής υπόστασης, με το επιχείρημα ότι η Ελλάδα δεν υπήρξε αυθεντικό εθνικό κράτος, αλλά «πιόνι» της Δύσης.

Η ανάλυση φτάνει ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας ότι όπως η Ελλάδα δημιουργήθηκε ως «buffer state» στη Δυτική Ανατολία, έτσι και η Αρμενία και το Ισραήλ συγκροτήθηκαν ως αντίστοιχα κράτη-αναχώματα για τον έλεγχο των Τούρκων και των περιφερειακών δυνάμεων μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Με άλλα λόγια, η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει Ελλάδα, Αρμενία και Ισραήλ όχι ως κυρίαρχα κράτη με δική τους ιστορική διαδρομή, αλλά ως δυτικά εργαλεία εναντίον της Τουρκίας.Αυτό είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο του τουρκικού αναθεωρητισμού.

Η επίκληση Κιτσίκη και το αφήγημα της «ένωσης»

Κεντρικό σημείο της ανάλυσης είναι η επίκληση του Έλληνα πανεπιστημιακού Δημήτρη Κιτσίκη (σ.σ. απεβίωσε τον Αύγουστο του 2021), του οποίου οι απόψεις χρησιμοποιούνται για να στηριχθεί η ιδέα ότι η λύση στα ελληνοτουρκικά δεν είναι η σύγκρουση, αλλά μια μορφή «συνένωσης» ή «κοινής πορείας» Ελλάδας και Τουρκίας.

Το κείμενο επικαλείται δηλώσεις του Κιτσίκη, σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα έκανε μεγάλο λάθος έναντι της Τουρκίας, η Επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως σχέδιο δυτικών παρακρατικών κύκλων και μασονικών δικτύων, ενώ η λύση στο Αιγαίο δεν είναι «να δοθούν κάποια νησιά στους Τούρκους», αλλά να υπάρξει μια συμφωνία όπου «οι δύο πλευρές του Αιγαίου θα έρθουν μαζί».

Το τουρκικό κείμενο αξιοποιεί αυτές τις θέσεις για να προωθήσει μια ιδέα που ξεπερνά κατά πολύ την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης. Η φράση περί «ένωσης της Ελλάδας με την Τουρκία» δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα. Σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αναφορές, διαβάζεται ως ιδεολογικό όχημα για την υπονόμευση της ελληνικής κυριαρχίας.

Η ειρήνη δεν σημαίνει κατάργηση των ορίων κυριαρχίας. Δεν σημαίνει «κοινή διαχείριση» υπό την πίεση του ισχυρότερου. Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αποδεχθεί ένα νεο-οθωμανικό πλαίσιο «συμβίωσης» επειδή η Τουρκία διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό και στρατιωτική ισχύ.

Το μήνυμα προς την Αθήνα: «Οι Δυτικοί θα σας εγκαταλείψουν»

Το άρθρο επιχειρεί στη συνέχεια να τρομοκρατήσει την Αθήνα με παραδείγματα χωρών και δρώντων που, κατά την τουρκική ανάγνωση, εγκαταλείφθηκαν από τη Δύση.

Αναφέρεται στην Αρμενία, λέγοντας ότι οι δυτικές δυνάμεις την ενθάρρυναν, αλλά την άφησαν μόνη όταν το Αζερμπαϊτζάν, με τη στήριξη της Τουρκίας, ανακατέλαβε τα εδάφη του. Αναφέρεται στην Ουκρανία, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη την χρησιμοποίησαν για να αποδυναμώσουν τη Ρωσία και στη συνέχεια την εγκατέλειψαν. Αναφέρεται στη Γεωργία, στους Κούρδους του Ιράκ, στο YPG/PKK στη Συρία και στον Χαλίφα Χάφταρ στη Λιβύη.

Το μήνυμα προς την Ελλάδα είναι: μην πιστεύετε ότι η Γαλλία, οι ΗΠΑ ή οποιοσδήποτε δυτικός σύμμαχος θα σας σώσει εάν συγκρουστείτε με την Τουρκία.

Η ανάλυση μάλιστα χρησιμοποιεί ειρωνικές διατυπώσεις για τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Εμανουέλ Μακρόν, λέγοντας προς τους Έλληνες ότι αν πιστεύουν πως «ο ναρκισσιστής Τραμπ» ή «ο εμμονικός Μακρόν» θα τους σώσουν, τότε ας συνεχίσουν.

Πρόκειται για κλασική ψυχολογική πίεση. Η Άγκυρα επιχειρεί να απομονώσει νοητικά την Ελλάδα από τους συμμάχους της, να εμφανίσει τη Δύση ως αναξιόπιστη και να παρουσιάσει την Τουρκία ως αναπόφευκτη δύναμη με την οποία η Αθήνα πρέπει να συμβιβαστεί.

Η Λιβύη και το μήνυμα κοντά στα ελληνικά χωρικά ύδατα

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στη Λιβύη. Το κείμενο υποστηρίζει ότι η Τουρκία στήριξε τη «νόμιμη κυβέρνηση», ενώ οι ΗΠΑ και η Ευρώπη στήριξαν τις δυνάμεις του Χαλίφα Χάφταρ, οι οποίες τελικά έχασαν.

Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε πρόσφατη κοινή ναυτική άσκηση δύο αντίπαλων λιβυκών ομάδων, υπό τουρκική ηγεσία, σε περιοχή πολύ κοντά στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Το άρθρο παρουσιάζει την άσκηση αυτή ως «εντυπωσιακό μήνυμα προς την Αθήνα και τους δυτικούς προστάτες της».

Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος για την Ελλάδα, διότι συνδέεται με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, την τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη και τη συνολική προσπάθεια της Άγκυρας να πιέσει την ελληνική θαλάσσια κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν πρόκειται μόνο για ρητορική. Είναι μέρος μιας ευρύτερης τουρκικής στρατηγικής, που συνδυάζει Αιγαίο, Κύπρο, Λιβύη, Ανατολική Μεσόγειο, στρατιωτικές ασκήσεις, ενεργειακές διαδρομές και διπλωματική πίεση.

Η ευθεία απειλή: «Δεν προτιμούμε τον πόλεμο, αλλά είμαστε έτοιμοι»

Το πιο αποκαλυπτικό σημείο της ανάλυσης βρίσκεται στο τέλος. Εκεί ο αρθρογράφος απευθύνεται στην ελληνική πλευρά και γράφει ότι η Άγκυρα δεν προτιμά τον πόλεμο, αλλά είναι έτοιμη για αυτόν εάν η Ελλάδα επιλέξει τη σύγκρουση.

Η φράση είναι ωμή: «Αν πείτε να ζήσουμε μαζί ειρηνικά, γιατί όχι; Αν πείτε να πολεμήσουμε, δεν το προτιμούμε — αλλά είμαστε έτοιμοι και γι’ αυτό. Όπως θέλετε!»

Αυτό δεν είναι απλή αρθρογραφική υπερβολή. Όταν προέρχεται από έναν φορέα που κινείται κοντά στην τουρκική στρατηγική σκέψη και δημοσιεύεται σε μια περίοδο έντασης για το Αιγαίο, τη Γαλλία, το Ισραήλ και τη συνολική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου, αποκτά χαρακτήρα προειδοποίησης.

Η Τουρκία εμφανίζεται να λέει στην Ελλάδα: είτε αποδέχεστε ένα πλαίσιο «ειρηνικής συνύπαρξης» όπως το εννοεί η Άγκυρα, είτε θα αντιμετωπίσετε τις συνέπειες.

Η Ελλάδα, η Γαλλία και το Ισραήλ στο τουρκικό στόχαστρο

Το κείμενο δεν μπορεί να διαβαστεί αποκομμένο από το ευρύτερο περιβάλλον. Η Ελλάδα έχει τα τελευταία χρόνια ενισχύσει τη στρατηγική της συνεργασία με τη Γαλλία και το Ισραήλ, ενώ συμμετέχει σε σχήματα περιφερειακής ασφάλειας που περιορίζουν την τουρκική δυνατότητα μονομερούς επιβολής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται αυτή την εξέλιξη ως απειλή. Γι’ αυτό και επιχειρεί να εμφανίσει την ελληνική πολιτική αποτροπής ως «πολεμική ατζέντα». Όμως η αλήθεια είναι αντίστροφη: η Ελλάδα δεν απειλεί την Τουρκία. Θωρακίζει την κυριαρχία της απέναντι σε μια χώρα που διατηρεί casus belli, αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» και επιχειρεί να επιβάλει τετελεσμένα από το Αιγαίο μέχρι τη Λιβύη.

Η συνεργασία με τη Γαλλία και το Ισραήλ δεν είναι επιθετική επιλογή. Είναι απάντηση σε ένα περιβάλλον όπου η Τουρκία εμφανίζεται όλο και πιο αναθεωρητική, στρατιωτικοποιημένη και απρόβλεπτη.

Σήμα κινδύνου για τη Δύση και το ΝΑΤΟ

Το κείμενο του Alper Tan λειτουργεί ως ακόμη ένα καμπανάκι για τη Δύση. Η Τουρκία δεν κινείται πια απλώς ως δύσκολος σύμμαχος. Κινείται ως δύναμη που εργαλειοποιεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ, την ιστορία, τη γεωγραφία, τη στρατιωτική ισχύ και τις περιφερειακές κρίσεις για να πιέσει συμμάχους και γείτονες.

Η επίθεση κατά της Ελλάδας, η προσπάθεια απονομιμοποίησης της ελληνικής ανεξαρτησίας, η προβολή της ιδέας περί ελληνοτουρκικής «ένωσης», η απαξίωση των δυτικών συμμαχιών και η τελική απειλή περί πολέμου συνθέτουν ένα εξαιρετικά ανησυχητικό πλαίσιο.

Για την Αθήνα, το μήνυμα είναι σαφές: η αποτροπή πρέπει να ενισχυθεί, οι συμμαχίες πρέπει να βαθύνουν και η ενημέρωση των δυτικών κέντρων αποφάσεων πρέπει να γίνει πιο επιθετική και συστηματική.

Για τη Δύση, το ερώτημα είναι ακόμη πιο σοβαρό: μπορεί το ΝΑΤΟ να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την Τουρκία ως απλό «ιδιόρρυθμο σύμμαχο», όταν δημόσια τουρκικά κείμενα στρατηγικής σκέψης απειλούν έμμεσα ή άμεσα άλλο κράτος-μέλος της Συμμαχίας;

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνοτουρκικό. Είναι ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας, σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και συνοχής του ΝΑΤΟ. Και όσο η Άγκυρα συνεχίζει να ντύνει τον αναθεωρητισμό της με τη γλώσσα της «ειρήνης», τόσο πιο καθαρά πρέπει να ειπωθεί: ειρήνη υπό απειλή δεν είναι ειρήνη. Είναι καταναγκασμός.

Ποιός είναι ο Άλπερ Ταν

Ο Alper Tan είναι Τούρκος δημοσιογράφος, αρθρογράφος και αναλυτής, με μακρά παρουσία στα μέσα ενημέρωσης και στον χώρο της στρατηγικής σκέψης.

Γεννήθηκε στις 20 Μαΐου 1966 στην περιοχή Andırın του Kahramanmaraş. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του σε Andırın, Kadirli, Osmaniye, Κωνσταντινούπολη και Ικόνιο, ενώ αποφοίτησε από το Τμήμα Ιστορίας της Παιδαγωγικής Σχολής του Πανεπιστημίου Selçuk.

Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του πορεία το 1989 στο Ικόνιο. Το 1994 ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία σε Αμάσεια και  Βαν/Ερτσίτς και στη συνέχεια συνέχισε την επαγγελματική του διαδρομή σε διάφορους δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

Από το 1997 έως το 2018 είχε κεντρικό ρόλο στο Kanal A, όπου διετέλεσε στέλεχος, πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής και γενικός διευθυντής ενημέρωσης. Παρουσίασε και επιμελήθηκε σειρά εκπομπών, μεταξύ των οποίων οι «Seçmen Soruyor», «Gözden Kaçanlar», «Gündem Ankara», «Manşetlerin Dili» και «Sivil Düşünce».

Ιδιαίτερη θέση στην τηλεοπτική του διαδρομή είχε η εκπομπή «Gündem Ankara», την οποία παρουσίασε μαζί με προσωπικότητες της τουρκικής διπλωματίας, όπως ο πρέσβης Gündüz Aktan, ο πρέσβης İnal Batu (σ.σ.αμφότεροι θανόντες) και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Yaşar Yakış, με αποκλειστικό αντικείμενο την εξωτερική πολιτική.

Ο Alper Tan υπήρξε επίσης σύμβουλος περιεχομένου στη σειρά ντοκιμαντέρ «Dünden Yarına», με θέμα τη νεότερη ιστορία, ενώ δημοσίευσε συστηματικά άρθρα σε περιοδικά και ιστοσελίδες όπως τα kanalahaber.com, sde.org.tr και turktime.com. Διαθέτει κίτρινη δημοσιογραφική κάρτα και έχει πραγματοποιήσει πολλές ομιλίες και διαλέξεις στην Τουρκία και στο εξωτερικό.

Είναι από τους ιδρυτές του Stratejik Düşünce Enstitüsü – SDE, από όπου αλιεύσαμε το βιογραφικό του, ενός από τα πρώτα τουρκικά κέντρα στρατηγικών μελετών. Σήμερα υπηρετεί ως αντιπρόεδρος του SDE και αρθρογραφεί στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου.

Έχει συμμετάσχει ή διατελέσει μέλος σε σειρά οργανισμών, όπως το SDE, το TOBB Medya Meclisi, η Televizyon Yayıncıları Derneği, το TİAK AŞ, η RATEM, η Türkiye Gazeteciler Cemiyeti και η Parlamento Muhabirleri Derneği.