Ένα ιδιαίτερα αιχμηρό άρθρο του Ισραηλινού αναλυτή Σάι Γκαλ στο International Institute of Strategy βάζει στο επίκεντρο τον πυρηνικό σταθμό του Ακούγιου στην Τουρκία και υποστηρίζει ότι η Άγκυρα έχει δημιουργήσει έναν «ρωσικό πυρηνικό θύλακα» μέσα στο ΝΑΤΟ, ο οποίος σε μελλοντική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγικό στόχο.

Ο Γκαλ, στο άρθρο του με τίτλο «Το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν θα σώσει την Τουρκία από ένα μελλοντικό χτύπημα στο Ακούγιου», δεν περιορίζεται σε ενεργειακή ή τεχνική ανάλυση. Θέτει ευθέως ζήτημα ασφάλειας της Συμμαχίας, υποστηρίζοντας ότι το Ακούγιου δεν είναι ένα απλό πολιτικό πυρηνικό έργο, αλλά μια κρίσιμη υποδομή ρωσικής ιδιοκτησίας, λειτουργίας και τεχνικού ελέγχου σε έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.

Κατά τον Ισραηλινό αναλυτή, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η Τουρκία αποκτά τον πρώτο της πυρηνικό σταθμό. Το βαθύτερο ζήτημα είναι ότι τον αποκτά μέσω της Rosatom, δηλαδή της ρωσικής κρατικής πυρηνικής εταιρείας, η οποία έχει τον πυρήνα της ιδιοκτησίας, της λειτουργίας, της τεχνογνωσίας, των καυσίμων, της συντήρησης, της εκπαίδευσης και κρίσιμων συστημάτων ελέγχου.

Με άλλα λόγια, ο Γκαλ υποστηρίζει ότι η Τουρκία ενσωματώνει έναν ρωσικό στρατηγικό μηχανισμό στο ενεργειακό της σύστημα και, ταυτόχρονα, τον τοποθετεί κάτω από την ομπρέλα του ΝΑΤΟ. Αυτό, σύμφωνα με την ανάλυσή του, δεν αποτελεί απλώς παράδοξο. Αποτελεί δομική ευπάθεια.

«Ρωσικό βέτο» στο ηλεκτρικό σύστημα της Τουρκίας

Η κεντρική θέση του άρθρου είναι ότι το Ακούγιου δίνει στη Μόσχα έναν μοχλό επιρροής πάνω στην Τουρκία. Όχι απαραίτητα με στρατιωτικά μέσα, αλλά μέσα από τα καύσιμα, τη συντήρηση, τις εγκρίσεις, το λογισμικό, την τεχνική τεκμηρίωση και τη συνολική επιχειρησιακή εξάρτηση του σταθμού.

Σύμφωνα με τον Γκαλ, σε περίοδο κρίσης η Ρωσία θα μπορούσε να καθυστερήσει καύσιμα, να παρατείνει κύκλους συντήρησης, να επιβραδύνει τεχνικές εγκρίσεις ή να δημιουργήσει αβεβαιότητα στα συστήματα ασφαλείας, χωρίς να χρειαστεί να εκτοξεύσει ούτε έναν πύραυλο. Έτσι, όπως υποστηρίζει, η Μόσχα θα είχε έναν έμμεσο αλλά πραγματικό μηχανισμό πίεσης στο εσωτερικό ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.

Αυτή είναι και η βάση του επιχειρήματός του περί παραβίασης του Άρθρου 3 της Συμμαχίας. Το Άρθρο 3 του ΝΑΤΟ αφορά την υποχρέωση κάθε μέλους να διατηρεί και να αναπτύσσει την ικανότητά του να αντιστέκεται σε επίθεση. Για τον Γκαλ, η ενεργειακή ανθεκτικότητα και η προστασία κρίσιμων υποδομών είναι κομμάτι αυτής της υποχρέωσης.

Άρα, όπως γράφει, όταν η Τουρκία εγκαθιστά στο βασικό της ενεργειακό σύστημα μια ρωσικά ελεγχόμενη ευπάθεια, δεν μπορεί στη συνέχεια να απαιτεί από τη Συμμαχία να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ως καθαρά εξωτερική απειλή.

Το Άρθρο 5 δεν είναι «αυτόματη ασπίδα»

Το πιο βαρύ σημείο της ανάλυσης αφορά το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, δηλαδή τη ρήτρα συλλογικής άμυνας. Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι σε περίπτωση χτυπήματος στο Ακούγιου, η Τουρκία δεν θα μπορεί να θεωρεί δεδομένη την αυτόματη ενεργοποίηση της συμμαχικής προστασίας.

Η θέση του είναι ότι το ΝΑΤΟ, πριν εξετάσει το ερώτημα «ποιος επιτέθηκε στην Τουρκία», θα έπρεπε πρώτα να εξετάσει «τι είχε γίνει το Ακούγιου». Αν ο σταθμός παρέμενε αποκλειστικά πολιτική ενεργειακή υποδομή, τότε θα ίσχυε ένα πλαίσιο προστασίας. Αν όμως, κατά την κρίση των συμμάχων, είχε μετατραπεί σε κόμβο στρατιωτικής ενίσχυσης, ρωσικού επιχειρησιακού βάθους, υποδομή καταναγκασμού ή τμήμα ευρύτερης αλυσίδας τουρκικής απειλής, τότε η ανάλυση θα άλλαζε.

Με απλά λόγια, ο Ισραηλινός αναλυτής λέει ότι η ετικέτα «πολιτικό πυρηνικό έργο» δεν αρκεί. Αυτό που μετρά είναι η πραγματική λειτουργία της υποδομής σε περίοδο κρίσης.

Γι’ αυτό και υποστηρίζει ότι σε ένα τέτοιο σενάριο το πρώτο ζήτημα που θα άνοιγε στο ΝΑΤΟ δεν θα ήταν το Άρθρο 5, αλλά το Άρθρο 3. Δηλαδή η ευθύνη της ίδιας της Τουρκίας να μην έχει μετατρέψει κρίσιμες υποδομές της σε εξαρτημένο μηχανισμό από έναν αντίπαλο στρατηγικό παίκτη, όπως η Ρωσία.

Η πυρηνική ασάφεια της Τουρκίας

Ο Γκαλ συνδέει το Ακούγιου και με τη γενικότερη πυρηνική ρητορική της Άγκυρας. Υπενθυμίζει ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει κατά καιρούς απορρίψει τη λογική μιας διεθνούς τάξης όπου ορισμένα κράτη διαθέτουν πυρηνικά όπλα και άλλα όχι. Στο πλαίσιο αυτό, ο αναλυτής βλέπει το Ακούγιου όχι μόνο ως ενεργειακό έργο, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου «φακέλου» μελλοντικής στρατηγικής προαιρετικότητας.

Στην ίδια γραμμή, συνδέει τον πυρηνικό σταθμό με την τουρκική ανάπτυξη πυραύλων μεγαλύτερου βεληνεκούς, τις απειλές κατά της Ελλάδας και τις δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων περί δυνατότητας επέμβασης στο Ισραήλ, όπως συνέβη σε άλλα μέτωπα, από τη Λιβύη μέχρι το Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Κατά τον Γκαλ, η Άγκυρα χτίζει μια γλώσσα ισχύος: πυρηνική τεχνολογία, πυραυλική εμβέλεια, περιφερειακή επιθετικότητα και στρατηγική ασάφεια. Αυτός ο συνδυασμός, όπως τον παρουσιάζει, κάνει το Ακούγιου πολύ πιο επικίνδυνο από ένα συνηθισμένο ενεργειακό έργο.

Το μήνυμα προς Ελλάδα, Κύπρο, Ισραήλ και Ευρώπη

Το άρθρο έχει σαφή περιφερειακή διάσταση. Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι η Ελλάδα, το Ισραήλ, η Κύπρος και ευρωπαϊκά κράτη που αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο πρέπει να ταξινομήσουν το Ακούγιου ως πρόβλημα ανθεκτικότητας, πυρηνικής ασφάλειας, κυρώσεων και μελλοντικής στρατιωτικής ασάφειας.

Η θέση του δεν είναι ότι το εργοστάσιο πρέπει να καταστραφεί άμεσα. Αντίθετα, μιλά πρώτα για ταξινόμηση, πίεση, απομόνωση και αποτυχία συμμόρφωσης. Δηλαδή για νομικά, κανονιστικά, οικονομικά, ασφαλιστικά και κυβερνοεργαλεία που μπορούν να αφαιρέσουν από το Ακούγιου την αξία του ως στρατηγικού πλεονεκτήματος.

Στην πράξη, ο Γκαλ εισηγείται να αντιμετωπιστεί το Ακούγιου ως υποδομή υψηλού ρίσκου: δύσκολη στη χρηματοδότηση, δύσκολη στην ασφάλιση, ευάλωτη σε κυρώσεις, προβληματική σε επίπεδο ελέγχου λογισμικού και εξαρτημένη από ρωσικές εγκρίσεις.

Η Ευρώπη, σύμφωνα με την ανάλυση, έχει έναν ακόμη λόγο να ανησυχεί. Ενώ η ΕΕ επιχειρεί να μειώσει τη ρωσική ενεργειακή επιρροή μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, το Ακούγιου επανεισάγει ρωσική πυρηνική ισχύ στον ευρωπαϊκό χώρο ασφαλείας μέσω μιας νατοϊκής πύλης: της Τουρκίας.

Το τουρκικό παράδοξο

Ο Γκαλ περιγράφει την Τουρκία ως εγκλωβισμένη σε ένα στρατηγικό παράδοξο. Από τη μία, παρουσιάζει το Ακούγιου ως κανονική πολιτική υποδομή για να επικαλεστεί προστασία. Από την άλλη, διατηρεί πυρηνική ασάφεια για να κρατήσει ανοιχτή τη μελλοντική στρατηγική της επιλογή. Παράλληλα, μιλά για κυριαρχία, ενώ η λειτουργία του έργου εξαρτάται από τη Ρωσία.

Αυτό, κατά τον αναλυτή, αποδυναμώνει όλα τα επιχειρήματα της Άγκυρας. Όσο περισσότερο παρουσιάζει το Ακούγιου ως σύμβολο ανεξαρτησίας, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται η ρωσική εξάρτηση. Και όσο περισσότερο ζητά να αντιμετωπίζεται ως «φυσιολογική» υποδομή, τόσο περισσότερο οι έλεγχοι αποκαλύπτουν την ανωμαλία του μοντέλου.

Το τελικό συμπέρασμα του άρθρου είναι ιδιαίτερα σκληρό για την Τουρκία. Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι ο κίνδυνος του Ακούγιου δεν είναι απλώς ότι μπορεί κάποτε να πληγεί. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι η Άγκυρα δημιουργεί μόνη της τις νομικές, στρατηγικές και συμμαχικές συνθήκες υπό τις οποίες άλλοι θα υποστηρίξουν ότι ο σταθμός δεν αξίζει πλέον την προστασία που η ίδια θεωρεί δεδομένη.

Με άλλα λόγια, πριν το Ακούγιου γίνει στόχος, γίνεται αποδεικτικό στοιχείο. Και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της ανάλυσης: ότι ένας σταθμός που η Τουρκία παρουσιάζει ως ενεργειακό άλμα, μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγική κατηγορία εναντίον της μέσα στην ίδια τη Συμμαχία.