Μία νέα δημόσια παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει στο επίκεντρο το πιο δύσκολο ζήτημα των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων: την πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Ερωτηθείς για την αντίθεση του Ισραήλ σε μία τέτοια συμφωνία, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στις δύο πλευρές.
«Η Τουρκία υπήρξε καλός σύμμαχος. Κανείς δεν μου υπαγορεύει τι πρέπει να πουλάμε», δήλωσε σύμφωνα με το Reuters.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν «φίλο» και υποστήριξε ότι η Τουρκία «ήταν ένας σπουδαίος σύμμαχός μου». Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή μεταφέρει το ζήτημα από το τεχνικό και θεσμικό πεδίο στο προσωπικό και πολιτικό επίπεδο στο οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος συνηθίζει να ασκεί εξωτερική πολιτική.
Δύο διαφορετικά μηνύματα από την Ουάσιγκτον
Στην αμερικανική πρωτεύουσα εμφανίζονται αυτή τη στιγμή δύο παράλληλα επίπεδα πολιτικής.
Στο πρώτο βρίσκεται ο ίδιος ο Τραμπ, ο οποίος παρουσιάζει την Τουρκία ως χρήσιμο και πολύτιμο σύμμαχο, επαινεί τον Ερντογάν και δηλώνει έτοιμος να εξετάσει την πώληση των μαχητικών.
Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Άγκυρα, είχε προαναγγείλει την άρση των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στην Τουρκία για την αγορά του ρωσικού συστήματος S-400 και είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο πώλησης των F-35.
Στο δεύτερο επίπεδο βρίσκεται η αμερικανική νομοθεσία και ο θεσμικός μηχανισμός του κράτους. Εκεί η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Με επιστολή της 22ας Ιουλίου προς τον Δημοκρατικό βουλευτή Γουέσλι Μπελ, το Γραφείο Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ξεκαθάρισε ότι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών παραμένει αμετάβλητη και ότι η Τουρκία δεν πληροί ακόμη τις προϋποθέσεις για να παραλάβει F-35.
Η επιστολή δεν αποτελεί μία αυτόνομη παρέμβαση της αμερικανικής διπλωματίας. Ο Λευκός Οίκος ανέθεσε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ να απαντήσει εκ μέρους του προέδρου, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο εμφανή την απόσταση ανάμεσα στη ρητορική του Τραμπ και στο ισχύον νομικό πλαίσιο.
Το αδιαπραγμάτευτο εμπόδιο των S-400
Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 μετά την αγορά και την παραλαβή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι η συνύπαρξη των S-400 με τα αμερικανικά μαχητικά θα μπορούσε να εκθέσει κρίσιμα τεχνικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά του F-35 στη Ρωσία. Για τον λόγο αυτό επιβλήθηκαν κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών βάσει του άρθρου 231 του CAATSA.
Παράλληλα, το άρθρο 1245 του Νόμου περί Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας για το οικονομικό έτος 2020 απαγορεύει τη μεταφορά F-35 στην Τουρκία μέχρι να πιστοποιηθεί ότι η Άγκυρα:
- Δεν κατέχει πλέον το σύστημα S-400 ούτε τον σχετικό εξοπλισμό.
- Έχει δώσει αξιόπιστες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα το αποκτήσει ξανά.
- Έχει εκπληρώσει όλες τις υπόλοιπες απαιτήσεις της αμερικανικής νομοθεσίας.
Η απάντηση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ήταν κατηγορηματική: «Η Τουρκία δεν έχει ακόμη εκπληρώσει αυτές τις προϋποθέσεις».
Υπογραμμίζεται, μάλιστα, ότι οποιαδήποτε διαδικασία επίλυσης του ζητήματος πρέπει να είναι «διαφανής, σύννομη και συμβατή με τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών».
Η προσωπική διπλωματία Τραμπ–Ερντογάν
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει συχνά τις διεθνείς σχέσεις μέσα από το πρίσμα της προσωπικής επαφής, της συναλλαγής και της ανταπόδοσης.
Η αναφορά του στον Ερντογάν ως «φίλο» δεν αποτελεί απλώς φιλοφρόνηση. Δείχνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί πως μπορεί να διαπραγματευτεί απευθείας με τον Τούρκο ομόλογό του και να μετατρέψει μία μακρόχρονη θεσμική σύγκρουση σε πολιτική συμφωνία.
Για την Άγκυρα, αυτή είναι μία σημαντική ευκαιρία. Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η επιστροφή στα F-35 δύσκολα θα μπορούσε να προχωρήσει με μία αμερικανική κυβέρνηση που δεν θα ήταν διατεθειμένη να συγκρουστεί με το Κογκρέσο ή να αναζητήσει ειδική λύση για τους S-400.
Η νέα δήλωση του Τραμπ ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Τουρκίας. Δεν της εξασφαλίζει, όμως, τα αεροσκάφη.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον εάν ο Τραμπ επιθυμεί μία συμφωνία. Έχει καταστήσει σαφές ότι τη βλέπει θετικά. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν μπορεί να βρεθεί μία φόρμουλα για τους S-400 η οποία θα ικανοποιεί ταυτόχρονα τον αμερικανικό νόμο, το Κογκρέσο και την Τουρκία.
Η ισραηλινή πίεση και το μήνυμα του Τραμπ
Το Ισραήλ δεν διαθέτει θεσμικό δικαίωμα βέτο στις αμερικανικές πωλήσεις οπλικών συστημάτων. Διαθέτει, όμως, μεγάλη πολιτική επιρροή στην Ουάσιγκτον και αντιμετωπίζει την πιθανή απόκτηση F-35 από την Τουρκία ως απειλή για τη στρατιωτική του υπεροχή.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει υποστηρίξει ότι η συγκεκριμένη πώληση θα άλλαζε την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, εξαιτίας της επιδείνωσης των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων και των περιφερειακών επιδιώξεων της Άγκυρας. Η αντίθεσή του είχε γνωστοποιηθεί απευθείας στον Τραμπ.
Η απάντηση ότι «κανείς δεν μου υπαγορεύει τι πρέπει να πουλάμε» δείχνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν δέχεται να εμφανίζεται ως δεσμευμένος από τις ισραηλινές απαιτήσεις.
Παράλληλα, αποκαλύπτει μία ευρύτερη μεταβολή: η Τουρκία επανέρχεται στην αμερικανική στρατηγική ως ισχυρός περιφερειακός παίκτης, απαραίτητος για τη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, τη Συρία, τη Μέση Ανατολή και τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Οι συνέπειες για Ελλάδα και Κύπρο
Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία αποκλειστικά αμερικανοτουρκική ή ισραηλινοτουρκική διαφορά.
Η πιθανή ένταξη της Τουρκίας στο οικοσύστημα του F-35 θα προσέφερε στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία δυνατότητες χαμηλής παρατηρησιμότητας, προηγμένης συλλογής πληροφοριών και δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων. Θα ενίσχυε επίσης την τουρκική αμυντική βιομηχανία, εφόσον η Άγκυρα διεκδικούσε σταδιακά την επιστροφή της και στο βιομηχανικό σκέλος του προγράμματος.
Για την Αθήνα, αυτό θα μπορούσε να περιορίσει το χρονικό και ποιοτικό πλεονέκτημα που επιδιώκει να δημιουργήσει με τον δικό της αεροπορικό εκσυγχρονισμό. Για τη Λευκωσία, θα ενίσχυε στρατιωτικά μία δύναμη που εξακολουθεί να κατέχει έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρείται ότι η νέα δήλωση του Τραμπ ισοδυναμεί με ολοκληρωμένη συμφωνία. Η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική επιθυμία και στην πραγματική παράδοση αεροσκαφών παραμένει μεγάλη.
Η επόμενη κίνηση ανήκει στην Άγκυρα
Η επιστολή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν κλείνει οριστικά την πόρτα στην Τουρκία. Περιγράφει, όμως, με σαφήνεια τι πρέπει να συμβεί για να ανοίξει: το ζήτημα των S-400 πρέπει να επιλυθεί με τρόπο που να επιτρέπει την απαιτούμενη πιστοποίηση προς το Κογκρέσο.
Ο Τραμπ προσφέρει στον Ερντογάν την πολιτική στήριξη για να προχωρήσει η διαπραγμάτευση. Δεν μπορεί από μόνος του να εξαφανίσει το ρωσικό σύστημα από το τουρκικό οπλοστάσιο ούτε να παρακάμψει χωρίς κόστος μία ρητή νομοθετική απαγόρευση.
Η νέα δήλωση, επομένως, δεν αποτελεί το τέλος της υπόθεσης. Αποτελεί την έναρξη της πιο κρίσιμης φάσης της.
Ο Τραμπ έδειξε ότι θέλει να πουλήσει. Το Ισραήλ έδειξε ότι θα αντιδράσει. Το Κογκρέσο υπενθύμισε ότι διαθέτει λόγο. Και η Τουρκία καλείται πλέον να επιλέξει εάν επιθυμεί περισσότερο τους ρωσικούς S-400 ή τα αμερικανικά F-35.
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο