Μεγάλη στροφή ετοιμάζεται στην Ευρώπη στο πεδίο της ψηφιακής επικοινωνίας, καθώς όλο και περισσότερες κυβερνήσεις επιλέγουν να αφήσουν στην άκρη τις γνωστές εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και να περάσουν σε δικά τους, ελεγχόμενα συστήματα για υπουργούς, κρατικούς αξιωματούχους και δημόσιες υπηρεσίες.

Σύμφωνα με το Politico, η Γαλλία, η Γερμανία, η Πολωνία, η Ολλανδία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο έχουν ήδη ξεκινήσει να αναπτύσσουν ή να χρησιμοποιούν εσωτερικές εφαρμογές messaging, ώστε οι ευαίσθητες κρατικές συνομιλίες να μην περνούν μέσα από πλατφόρμες αμερικανικής προέλευσης. Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ έχει ήδη δικό του σύστημα, ενώ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζεται για αλλαγές μέσα στη χρονιά.

Η ουσία είναι απλή: οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν άλλο να στηρίζονται για κρίσιμη κρατική επικοινωνία σε εφαρμογές που δεν ελέγχουν οι ίδιοι. Το WhatsApp ανήκει στη Meta και το Signal λειτουργεί από αμερικανικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό. Σε μια εποχή που τα δεδομένα είναι δύναμη, οι κυβερνήσεις φοβούνται ότι η εξάρτηση από ξένες πλατφόρμες μπορεί να εξελιχθεί σε στρατηγικό μειονέκτημα.

Αυτό ακριβώς περιγράφει και η πολιτική ηγεσία σε αρκετές χώρες. Από την Ολλανδία μέχρι το Βέλγιο, οι λέξεις που πέφτουν στο τραπέζι είναι βαριές: «κίνδυνος», «έλεγχος», «κυριαρχία των δεδομένων». Με απλά λόγια, η Ευρώπη δεν θέλει οι κρατικές συνομιλίες να γίνονται σε εφαρμογές που μπορεί να είναι τεχνικά ασφαλείς, αλλά δεν βρίσκονται κάτω από τον δικό της θεσμικό και πολιτικό έλεγχο.

Η ανησυχία αυτή φούντωσε μετά από σειρά περιστατικών κυβερνοασφάλειας. Ευρωπαϊκές υπηρεσίες προειδοποίησαν για ρωσικές επιθέσεις phishing που στόχευσαν πολιτικά πρόσωπα μέσω WhatsApp και Signal, ενώ στις Βρυξέλλες καταγράφηκαν κυβερνοπαραβιάσεις και εκδόθηκαν ακόμη και οδηγίες για να σταματήσει η χρήση ορισμένων ομάδων συνομιλίας. Κοινώς, το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι εδώ.

Το Βέλγιο μάλιστα έκανε ήδη το επόμενο βήμα, παρουσιάζοντας τη δική του εφαρμογή με το όνομα BEAM. Πρόκειται για μια πλατφόρμα που θυμίζει τις εμπορικές εφαρμογές στην εμπειρία χρήσης, αλλά λειτουργεί υπό κρατικό έλεγχο και με κανόνες προσαρμοσμένους στις ανάγκες της δημόσιας διοίκησης.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά. Γιατί μπορεί το WhatsApp και το Signal να διαθέτουν ισχυρή κρυπτογράφηση, αλλά για τις κυβερνήσεις αυτό δεν φτάνει. Θέλουν πλήρη έλεγχο στο ποιος μπαίνει, ποιος βλέπει τι, πού αποθηκεύονται τα δεδομένα, πώς ελέγχονται τα μεταδεδομένα και πώς περιορίζεται η πρόσβαση μόνο σε συγκεκριμένους χρήστες.

Υπάρχει όμως και άλλη μία πλευρά, που πονάει ακόμα περισσότερο τα πολιτικά συστήματα: η λογοδοσία. Οργανώσεις διαφάνειας λένε ξεκάθαρα ότι η χρήση ιδιωτικών εφαρμογών και ειδικά λειτουργιών όπως τα αυτοκαταστρεφόμενα μηνύματα έχει μειώσει τη δυνατότητα ελέγχου για το τι λέγεται, τι αποφασίζεται και τι τελικά μένει στο αρχείο. Δηλαδή, δεν είναι μόνο θέμα ασφαλείας, αλλά και θέμα πολιτικής καθαρότητας.

Η πίεση αυξήθηκε και από όσα έγιναν στις ΗΠΑ. Η ανταλλαγή ευαίσθητων πληροφοριών μέσω Signal από στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ, αλλά και προβλήματα σε υπηρεσίες cloud, λειτούργησαν σαν καμπανάκι για τους Ευρωπαίους. Το μήνυμα που βγήκε ήταν σαφές: όποιος δεν ελέγχει τα εργαλεία του, αργά ή γρήγορα πληρώνει το κόστος.

Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Η Ευρώπη δεν κάνει απλώς μια τεχνική αναβάθμιση. Επιχειρεί να πάρει πίσω τον έλεγχο της κρατικής επικοινωνίας και να χτίσει δικές της άμυνες σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία, τα δεδομένα και η τεχνολογία είναι κανονικά όπλα ισχύος. Και αυτό δείχνει ότι το επόμενο μεγάλο πεδίο μάχης δεν θα είναι μόνο γεωπολιτικό, αλλά και ψηφιακό.