Ο Δημήτρης Μακρής Κουταλιανός υπήρξε μία από τις τελευταίες μεγάλες μορφές μιας εποχής κατά την οποία οι λαϊκοί παλαιστές και μασίστες περιόδευαν σε πόλεις και χωριά, προκαλώντας τον θαυμασμό του κοινού με επιδείξεις πρωτοφανούς σωματικής δύναμης.

Πέθανε σαν σήμερα, στις 3 Σεπτεμβρίου 1999, ενώ βρισκόταν στη Ρόδο. Αρκετές ημερολογιακές πηγές αναφέρουν ότι ήταν 89 ετών, αν και άλλες βιογραφικές καταγραφές τοποθετούν τη γέννησή του στο 1915 και συνεπώς την ηλικία του χαμηλότερα. Βέβαιο είναι ότι ο θάνατός του έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής λαϊκής και αθλητικής ιστορίας.

Ο απόγονος του Παναγή Κουταλιανού

Ο Δημήτρης Μακρής ήταν απόγονος του περίφημου Παναγή Κουταλιανού, του παλαιστή και μασίστα του 19ου αιώνα που καταγόταν από την Κούταλη της Προποντίδας. Η ακριβής συγγενική τους σχέση δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, με τις περισσότερες αναφορές να τον παρουσιάζουν ως εγγονό του.

Από τον Παναγή δεν κληρονόμησε μόνο τη φήμη, αλλά και το όνομα «Κουταλιανός», το οποίο χρησιμοποίησε ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο, συνεχίζοντας έναν θρύλο που είχε ήδη ταξιδέψει από την Ευρώπη έως την Αμερική και την Ασία.

Ο Δημήτρης ανακάλυψε τη δύναμή του από πολύ μικρή ηλικία. Μία από τις ιστορίες που τον ακολουθούσαν ανέφερε ότι, όταν ήταν ακόμη παιδί στην Κάσο, κατάφερε να σύρει μόνος του ένα καΐκι προς τη θάλασσα. Άλλες αφηγήσεις ήθελαν τον νεαρό Μακρή να ρίχνει αναίσθητο με μία γροθιά έναν γάιδαρο που τον είχε δαγκώσει.

Όπως συμβαίνει με όλες τις μεγάλες λαϊκές μορφές, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει ο μύθος. Στην περίπτωση του Κουταλιανού, όμως, ακόμη και τα επιβεβαιωμένα κατορθώματα ήταν αρκετά για να προκαλέσουν δέος.

Το κανόνι, τα σίδερα και οι νταλίκες

Ο Δημήτρης Μακρής σταδιοδρόμησε αρχικά ως παλαιστής και αθλητής της άρσης βαρών. Στη συνέχεια αφιερώθηκε στις δημόσιες επιδείξεις δύναμης, περιοδεύοντας σε ολόκληρη την Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού.

Κατά τη διάρκεια των παραστάσεών του λύγιζε μεταλλικές λάμες, έσπαζε αλυσίδες και συγκρατούσε αυτοκίνητα που επιχειρούσαν να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σε άλλο νούμερο τραβούσε βαριές νταλίκες με έναν ιμάντα, τον οποίο κρατούσε με τα δόντια.

Η πλέον εντυπωσιακή και επικίνδυνη επίδειξή του ήταν εκείνη με το κανόνι. Ο Κουταλιανός το κρατούσε στα χέρια του την ώρα της πυροδότησης και, παρά την έκρηξη και την ισχυρή ανάκρουση, παρέμενε στη θέση του. Οι θεατές παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα, ενώ οι συγγενείς του αγωνιούσαν μέχρι να βεβαιωθούν ότι είχε βγει και πάλι αλώβητος. .

Δεν είχε τη σωματική διάπλαση ενός τεράστιου άνδρα, αλλά η δύναμή του ήταν δυσανάλογη προς το ανάστημά του. Στα μάτια των θεατών δεν ήταν απλώς ένας αθλητής. Ήταν η συνέχεια του λαϊκού Ηρακλή, ένας άνθρωπος που εμφανιζόταν να νικά τη φωτιά, το μέταλλο και τις μηχανές.

Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός! Ένας θρύλος της παλιάς Ελλάδας

Το τραγούδι που έκανε τον θρύλο αιώνιο

Η φήμη του Κουταλιανού πέρασε από τις πλατείες, τα πανηγύρια και τις αρένες στο ελληνικό τραγούδι. Το 1972 κυκλοφόρησε ο «Κουταλιανός», σε μουσική του Μάνου Λοΐζου, στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και πρώτη ερμηνεία του Γιάννη Καλατζή.

Η φράση «Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός» έγινε παροιμιώδης και πέρασε από γενιά σε γενιά. Το τραγούδι παρουσίαζε τον παντοδύναμο άνδρα που μπορούσε να σταματήσει τρένα και να γκρεμίσει βουνά, αλλά έχανε όλη τη δύναμή του μπροστά στη γυναίκα του.

Σύμφωνα με αφηγήσεις, ο Δημήτρης Μακρής ενοχλήθηκε αρχικά από το περιεχόμενο, καθώς το τραγούδι τον παρουσίαζε να φοβάται τη σύζυγό του. Με τον χρόνο, όμως, φέρεται να το αποδέχθηκε και να αντιμετώπισε με χιούμορ τη σύνδεση του ονόματός του με τους στίχους.

Υπάρχει, πάντως, και η πολιτική ανάγνωση του τραγουδιού. Έχει υποστηριχθεί ότι γράφτηκε ως έμμεση σάτιρα για τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο: έναν φαινομενικά πανίσχυρο άνδρα, του οποίου η δύναμη είχε σαφή όρια. Το τραγούδι πέρασε από τη λογοκρισία της εποχής, καθώς ο υπαινιγμός δεν έγινε αντιληπτός ή δεν κρίθηκε αρκετός για να απαγορευτεί. Κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1972 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.

Η ζωή και ο θρύλος του ισχυρού άνδρα έχουν αποτυπωθεί και στο βιβλίο «Ο Κουταλιανός» του Εντμόν Λανιέλ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόνυσος. Πρόκειται για μια έκδοση 270 σελίδων, αφιερωμένη στην ιστορία του ανθρώπου του οποίου τα κατορθώματα ξεπέρασαν τα όρια της εποχής του και πέρασαν στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Το βιβλίο αποτελεί ένα ακόμη πολύτιμο τεκμήριο για τη διαδρομή, τις επιδείξεις δύναμης και τη μυθική διάσταση που απέκτησε το όνομα «Κουταλιανός». 

Ένας θρύλος της παλιάς Ελλάδας

Ο Δημήτρης Μακρής δεν υπήρξε απλώς ένας χειροδύναμος άνδρας. Αντιπροσώπευσε έναν κόσμο που χάθηκε: τις περιοδεύουσες παραστάσεις, τα πλήθη που συγκεντρώνονταν στις πλατείες και την ανάγκη των απλών ανθρώπων να πιστέψουν ότι κάποιος μπορούσε να υπερβεί τα ανθρώπινα όρια.

Μαζί με τον Παναγή Κουταλιανό δημιούργησαν έναν διαχρονικό ελληνικό μύθο. Το όνομά τους έγινε συνώνυμο της δύναμης και έμεινε ζωντανό μέσα από τις αφηγήσεις, τις παλιές φωτογραφίες και, κυρίως, μέσα από το τραγούδι που συνεχίζει να ακούγεται μέχρι σήμερα.

Ο Κουταλιανός μπορεί να έφυγε στις 3 Σεπτεμβρίου 1999, αλλά δεν ξεχάστηκε. Όσο η γνωστή μελωδία επιστρέφει και οι νεότεροι αναρωτιούνται ποιος ήταν εκείνος που «μασούσε σίδερα», ο ζωντανός θρύλος της παλιάς Ελλάδας εξακολουθεί να ταξιδεύει στον χρόνο.