Με αφορμή την πολύ καλή, αγωνιστική περίοδο που διανύει ο 27χρονος διεθνής επιθετικός η ιταλική εφημερίδα θυμάται τους Έλληνες παίκτες που πέρασαν από το Campionato, φυσικά και τον Νίκο Αναστόπουλο, τον πρώτο που, το ‘87 αγωνίστηκε στην Ιταλία άσχετα εάν το μόλις ένα γκολ του, σε 16 εμφανίσεις δεν είχε βοηθήσει την Αβελλίνο να γλιτώσει τον υποβιβασμό ύστερα από συνεχόμενη, 10ετή παρουσία στη Serie A.

 Παρόλο τις δύο, μόνο σεζόν που βρίσκεται στις όχθες της διάσημης Λίμνης (μέσω Θέλτα και με «μόλις» 12εκ. ευρώ), ο Δουβίκας ήδη κατέκτησε και μάλιστα δικαιωματικά τον άτυπο τίτλο ενός από τους καλύτερους Έλληνες παίκτες που αγωνίστηκαν ποτέ στο Campionato.

 Μαζί με τους Μανωλά (Ρόμα, Νάπολι, Σαλερνιτάνα) και Δέλλα (Περούτζα, Ρόμα), Βρύζα (Περούτζα, Φιορεντίνα, Τορίνο), Γεωργάτο (Ίντερ), Κονέ (Μπρέσια, Μπολόνια, Ουντινέζε, Φιορεντίνα), αλλά και τον Μανδά που, με τις σωτήριες αποκρούσεις του βοηθάει φέτος τη Λάτσιο να μοιράζεται την κορυφή της βαθμολογίας μαζί με την Ίντερ.

 Ο Δουβίκας δεν βρέθηκε καθόλου τυχαία στο Κόμο, αλλά ήρθε «συστημένος» ύστερα από συγκεκριμένη απαίτηση του Σεσκ Φάμπρεγκας που τον παρακολουθούσε επί εποχών Θέλτα και εισηγήθηκε την άμεση απόκτησή του. Ήταν τότε 25 ετών, σήμερα είναι 27, όσα και τα γκολ που πέτυχε συνολικά με τη φανέλα των «Lariani», από τα οποία ήδη 8 φέτος (5 στο πρωτάθλημα, 3 στο Champions League). Ενώ η αξία του στο ευρωπαϊκό transfermarket, από τα 12εκ. έχει ήδη, το λιγότερο τριπλασιαστεί.

 Σημαντικό ρόλο, όπως υπογραμμίζει η εφημερίδα στη γενική εξαιρετική, αγωνιστική, αλλά και ψυχολογική του κατάσταση που βιώνει έπαιξαν βέβαια και ο γάμος, τον περασμένο Ιούνιο με την αγαπημένη του Νεφέλη, το γεγονός ότι περιμένουν το πρώτο τους παιδί, αλλά και η συντροφιά της αχώριστης γάτας τους Γκρέις που τους ακολουθεί από το Βίγκο.

 Στο Campionato θυμίζουμε και τα περάσματα δεκάδων ακόμη Ελλήνων ποδοσφαιριστών, οι οποίοι ωστόσο για διάφορους λόγους που είχαν να κάνουν είτε με την απόδοσή τους, είτε με τη σωστή ή λανθασμένη εκτίμηση κάποιων προπονητών δεν «έπιασαν» ή δεν έπεισαν όσο θα μπορούσαν.

 Είναι η περίπτωση των Ταχτσίδη, Ζαγοράκη, Χούτο, Καραγκούνη, Μόρα, Λυκογιάννη ή Ελευθερόπουλο. Ενώ με τον Δουβίκα, που ο Φάμπρεγκας αποκαλεί «σπασίκλα», γιατί όλο ρωτάει και όλο θέλει να μαθαίνει, για να βελτιώνεται συνεχώς η έκρηξή του και απόδοσή του είναι πλέον συνώνυμο της εγγύησης και της ποιότητας στο παζλ μίας Κόμο που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο στην εν τέλεια εάν εκεί μπροστά δεν υπήρχε η άριστη συνεργασία με τον επίσης ταλαντούχο, Νίκο Παζ.