Η Ολλανδία δεν μπαίνει στο Μουντιάλ 2026 ως το μεγάλο φαβορί της διοργάνωσης. Δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προβλέψεων, ούτε κουβαλά τον θόρυβο που συνοδεύει ομάδες όπως η Βραζιλία, η Γαλλία, η Αργεντινή ή η Αγγλία. Κι όμως, οι «οράνιε» έχουν κάτι που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει: ποιότητα, εμπειρία και πέντε παίκτες που μπορούν να αλλάξουν μόνοι τους τη μοίρα ενός τουρνουά.

Η Ολλανδία είναι ίσως η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική δύναμη που δεν έχει κατακτήσει ποτέ Παγκόσμιο Κύπελλο. Τρεις τελικοί, το 1974, το 1978 και το 2010, τρεις χαμένες ευκαιρίες, τρεις πληγές που παραμένουν ανοιχτές. Ειδικά ο τελικός του 2010 απέναντι στην Ισπανία παραμένει εθνικό τραύμα. Το πόδι του Ίκερ Κασίγιας στην ευκαιρία του Άριεν Ρόμπεν και το γκολ του Αντρές Ινιέστα στην παράταση στέρησαν από τους Ολλανδούς το πρώτο τους τρόπαιο.

Από τότε, όμως, υπάρχει ένα εντυπωσιακό στατιστικό. Η Ολλανδία δεν έχει χάσει αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου στην κανονική διάρκεια ή στην παράταση. Μετρά 8 νίκες και 4 ισοπαλίες σε 12 παιχνίδια, αν εξαιρεθούν οι αποκλεισμοί στα πέναλτι από την Αργεντινή το 2014 και το 2022. Μόνο η Βραζιλία έχει καταγράψει μεγαλύτερο αήττητο σε Μουντιάλ, με 13 ματς από το 1958 έως το 1966.

Το «Big 5» της Ολλανδίας που μπορεί να σπάσει την κατάρα του Μουντιάλ

Αυτό δείχνει ότι η Ολλανδία παραμένει σκληρό καρύδι. Δεν είναι εύκολο να τη λυγίσεις. Το ερώτημα είναι αν μπορεί, επιτέλους, να κάνει το βήμα που της λείπει εδώ και δεκαετίες.

Ο Ρόναλντ Κούμαν γνωρίζει ότι για να συμβεί αυτό πρέπει όλα να λειτουργήσουν στην εντέλεια. Το ρόστερ δεν είναι χωρίς προβλήματα. Υπάρχουν σημαντικές απουσίες λόγω τραυματισμών, όπως οι Τσάβι Σίμονς, Στέφαν ντε Φράι και Ματάις ντε Λιχτ, ενώ παίκτες όπως οι Γιούριεν Τίμπερ, Τζάστιν Κλάιφερτ και Μέμφις Ντεπάι επέστρεψαν πρόσφατα από προβλήματα και δεν έχουν απόλυτο αγωνιστικό ρυθμό.

Παρά τα ζητήματα, η βάση της ομάδας είναι πιο ώριμη και πιο διεθνής από ποτέ. Από τους 26 παίκτες της αποστολής, οι 16 αγωνίστηκαν φέτος στην Premier League, αριθμός που ξεπερνά κάθε άλλη χώρα πλην της Αγγλίας. Μόλις δύο παίκτες του ρόστερ παίζουν στην Eredivisie, οι Γκους Τιλ και Βουτ Βέγκχορστ. Αυτό αποτελεί ιστορικό χαμηλό για ολλανδική αποστολή, αλλά ταυτόχρονα δείχνει την εξέλιξη της ομάδας σε σχέση με το 2022, όταν υπήρχαν 12 παίκτες από το ολλανδικό πρωτάθλημα.

Το κλειδί, όμως, βρίσκεται στο λεγόμενο «Big Five» των Ολλανδών: Βίρτζιλ φαν Ντάικ, Φρένκι ντε Γιονγκ, Μέμφις Ντεπάι, Κόντι Γκάκπο και Ντένζελ Ντάμφρις.

Ο Φαν Ντάικ είναι ο φυσικός ηγέτης. Ο αρχηγός. Ο παίκτης που κρατά όρθια την άμυνα και μεταδίδει νοοτροπία νικητή. Τη σεζόν που ολοκληρώθηκε έπαιξε κάθε λεπτό της Premier League με τη Λίβερπουλ, κάτι που τον έκανε τον γηραιότερο παίκτη γηπέδου στην ιστορία του πρωταθλήματος που πετυχαίνει κάτι τέτοιο. Από τον Ιούνιο του 2025 έχει καταγράψει 5.841 λεπτά σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο, περισσότερα από κάθε άλλον παίκτη στα πέντε μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης.

Δεν είναι μόνο η διαθεσιμότητα. Είναι και η ποιότητα. Ο Φαν Ντάικ είχε ποσοστό 73% στις κερδισμένες μονομαχίες, το υψηλότερο μεταξύ των παικτών της Premier League με τουλάχιστον 100 μονομαχίες, ενώ ήταν πρώτος σε εναέριες μονομαχίες και απομακρύνσεις. Παράλληλα, παραμένει τεράστια απειλή στις στατικές φάσεις. Έβαλε έξι γκολ στο πρωτάθλημα, όλα από στημένες μπάλες. Στην εθνική έχει 12 γκολ, περισσότερα από κάθε Ολλανδό αμυντικό πλην Κούμαν και Φρανκ ντε Μπουρ.

Αν ο Φαν Ντάικ είναι η ψυχή, ο Φρένκι ντε Γιονγκ είναι το μυαλό. Ο παίκτης που ορίζει τον ρυθμό, κρατά την μπάλα, σπάει πίεση και επιτρέπει στην Ολλανδία να ανεβαίνει μέτρα με καθαρό τρόπο. Από το ντεμπούτο του το 2018, οι «οράνιε» σκοράρουν περισσότερο και κερδίζουν συχνότερα όταν αυτός βρίσκεται στο γήπεδο. Με τον Ντε Γιονγκ η Ολλανδία έχει 2,5 γκολ ανά αγώνα και ποσοστό νικών 62,5%. Χωρίς αυτόν πέφτει στα 1,9 γκολ και στο 51,9% νικών.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του είναι η ασφάλεια με την μπάλα. Τη φετινή σεζόν είχε 92,1% ακρίβεια στις πάσες στο τελευταίο τρίτο, το υψηλότερο ποσοστό στα πέντε μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα ανάμεσα σε παίκτες με τουλάχιστον 500 πάσες. Μετά την απουσία του από το Euro 2024, το Μουντιάλ 2026 είναι η μεγάλη ευκαιρία του να δείξει ξανά την καλύτερη εκδοχή του.

Μπροστά, ο Μέμφις Ντεπάι παραμένει ο πιο παραγωγικός παίκτης της εθνικής. Μπορεί να ταλαιπωρήθηκε από θέματα φυσικής κατάστασης, όμως με την Ολλανδία συχνά μεταμορφώνεται. Έχει 55 γκολ και 35 ασίστ σε 109 συμμετοχές και ήδη έχει σκοράρει στα Μουντιάλ του 2014 και του 2022. Αν βρει δίχτυα και το 2026, θα γίνει μόλις ο τρίτος Ολλανδός που σκοράρει σε τρία διαφορετικά Παγκόσμια Κύπελλα, μετά τους Ρόμπεν και Φαν Πέρσι.

Δίπλα του, ο Κόντι Γκάκπο είναι ο πιο σταθερός επιθετικός πόλος. Μπορεί να μην έκανε την καλύτερη σεζόν με τη Λίβερπουλ, όμως στα μεγάλα τουρνουά έχει αποδείξει ότι ξέρει να εμφανίζεται. Σκόραρε τρία γκολ στο Μουντιάλ 2022 και άλλα τρία στο Euro 2024. Είναι παίκτης που κινείται καλά στους χώρους, πατά περιοχή και έχει τελείωμα.

Το «κρυφό όπλο» είναι ο Ντένζελ Ντάμφρις. Θεωρητικά δεξί μπακ, πρακτικά ένας έξτρα επιθετικός στη δεξιά πλευρά. Με 11 γκολ και 18 ασίστ σε 71 συμμετοχές με την εθνική, δίνει στην Ολλανδία ένα διαφορετικό στοιχείο. Στα προκριματικά είχε 2 γκολ και 3 ασίστ στη φάση των ομίλων, τις περισσότερες συμμετοχές σε γκολ από αμυντικό.

Το σχέδιο του Κούμαν είναι ξεκάθαρο! Να δώσει στους πέντε ηγέτες του το πλαίσιο για να κάνουν τη διαφορά. Ο Τίμπερ μπορεί να σταθεί δίπλα στον Φαν Ντάικ, ο Φαν ντε Φεν να δώσει ταχύτητα στην άμυνα, οι Ρέιντερς και Γκράβενμπερχ να προστατεύσουν τον Ντε Γιονγκ, ενώ ο Μάλεν να πλαισιώσει Γκάκπο και Ντεπάι.

Η Ολλανδία δεν είναι το πρώτο φαβορί. Είναι όμως ομάδα που, αν βρει ρυθμό και αν το «Big Five» εμφανιστεί στο επίπεδο που μπορεί, μπορεί να πληγώσει οποιονδήποτε. Και ίσως, αυτή τη φορά, να πάψει να είναι η σπουδαιότερη χώρα χωρίς Παγκόσμιο Κύπελλο.