Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός έθνους που ξεπερνούν τα όρια του αθλητισμού και μετατρέπονται σε συλλογική μνήμη. Για τους Έλληνες, η 4η Ιουλίου 2004 αποτελεί μία από αυτές τις ημερομηνίες. Ήταν η βραδιά που η Εθνική Ελλάδας, η ομάδα που κανείς δεν υπολόγιζε πριν από την έναρξη της διοργάνωσης, νίκησε την οικοδέσποινα Πορτογαλία με 1-0 στον τελικό του UEFA Euro 2004 και κατέκτησε τον πρώτο μεγάλο τίτλο στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Στο κατάμεστο Στάδιο Ντα Λουζ της Λισαβόνας, μπροστά σε 62.865 θεατές, γράφτηκε ένας από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιρικούς άθλους όλων των εποχών. Εκεί όπου περίμεναν όλοι τη στέψη της «χρυσής» γενιάς της Πορτογαλίας, με τον Λουίς Φίγκο, τον Ντέκο και τον νεαρό Κριστιάνο Ρονάλντο, βρέθηκε μια ελληνική ομάδα που απέδειξε ότι η οργάνωση, η πειθαρχία και η πίστη μπορούν να νικήσουν το ταλέντο και τα προγνωστικά.

Το ταξίδι του αουτσάιντερ

Η Ελλάδα πήγε στην Πορτογαλία χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Για τους περισσότερους αναλυτές, ο στόχος ήταν μια αξιοπρεπής παρουσία στους ομίλους. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η ομάδα του Ότο Ρεχάγκελ θα εξελισσόταν στην απόλυτη έκπληξη της διοργάνωσης.

Κι όμως, όλα άρχισαν ιδανικά. Στην πρεμιέρα, η Ελλάδα νίκησε την Πορτογαλία με 2-1, παγώνοντας ολόκληρη τη χώρα που φιλοξενούσε το Euro. Ακολούθησαν η ισοπαλία με την Ισπανία, η πρόκριση στα νοκ άουτ, η ιστορική νίκη επί της Γαλλίας του Ζινεντίν Ζιντάν, ο ημιτελικός με την Τσεχία που κρίθηκε με το αξέχαστο «ασημένιο γκολ» του Τραϊανού Δέλλα και τελικά ο μεγάλος τελικός απέναντι στους Πορτογάλους.

Το σχέδιο του Ρεχάγκελ

Αυτό που έκανε τη διαφορά δεν ήταν μόνο το πάθος των διεθνών. Ήταν κυρίως το εξαιρετικό τακτικό πλάνο του Ότο Ρεχάγκελ.

Ο Γερμανός τεχνικός παρέταξε την Ελλάδα με σχηματισμό 4-3-3, προσαρμοσμένο στις κινήσεις της Πορτογαλίας. Ο Καψής είχε αναλάβει το προσωπικό μαρκάρισμα του Παουλέτα, ο Δέλλας λειτουργούσε ως ελεύθερος στόπερ, ενώ Σειταρίδης και Φύσσας είχαν δύσκολη αποστολή απέναντι στους Κριστιάνο Ρονάλντο και Λουίς Φίγκο.

Στη μεσαία γραμμή, ο Ζαγοράκης, ο Μπασινάς και ο Κατσουράνης έκλεισαν κάθε διάδρομο προς τον Ντέκο και τον Μανίς, ενώ ο Βρύζας βοηθούσε διαρκώς στην αμυντική ισορροπία. Όπως αναλύεται στο βιβλίο «Εξηγώντας το θαύμα» του Βασίλη Σαμπράκου, με την τακτική ανάλυση του Αθανάσιου Τερζή, η Ελλάδα είχε προετοιμαστεί σε κάθε λεπτομέρεια για τον τρόπο ανάπτυξης της Πορτογαλίας και προσαρμοζόταν άμεσα σε κάθε αλλαγή του Λουίς Φελίπε Σκολάρι.

Το γκολ που έγραψε ιστορία

Το παιχνίδι ήταν ισορροπημένο, με την Πορτογαλία να έχει την κατοχή της μπάλας αλλά να μην μπορεί να διασπάσει την ελληνική άμυνα.

Στο 57ο λεπτό ήρθε η στιγμή που άλλαξε την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ο Άγγελος Μπασινάς εκτέλεσε κόρνερ από τα δεξιά. Ο Άγγελος Χαριστέας πήδηξε ψηλότερα από τον Κοστίνια και τον Ρικάρντο Καρβάλιο και έστειλε με δυνατή κεφαλιά την μπάλα στα δίχτυα του Ρικάρντο.

Το 1-0 έμελλε να μείνει μέχρι το τέλος.

Η Πορτογαλία αντέδρασε. Ο Σκολάρι πέρασε στον αγώνα τον Ρουί Κόστα, αργότερα τον Νούνο Γκόμες και φόρτωσε την ελληνική περιοχή. Όμως ο Δέλλας καθάριζε σχεδόν κάθε φάση, ο Νικοπολίδης παρέμενε σταθερός κάτω από τα δοκάρια και η ελληνική άμυνα άντεξε μέχρι το τελευταίο σφύριγμα.

Οι μεγάλοι πρωταγωνιστές

Ο Θοδωρής Ζαγοράκης πραγματοποίησε ακόμη μία συγκλονιστική εμφάνιση και αναδείχθηκε MVP ολόκληρης της διοργάνωσης, αποτελώντας τον ηγέτη μιας ομάδας που δεν λύγισε ποτέ.

Ο Άγγελος Χαριστέας, με τρία γκολ στο Euro, ολοκλήρωσε τη διοργάνωση στην τρίτη θέση του πίνακα των σκόρερ, έχοντας πετύχει δύο από τα σημαντικότερα γκολ στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου: το νικητήριο απέναντι στη Γαλλία και το χρυσό γκολ του τελικού.

Γύρω τους, οι Νικοπολίδης, Δέλλας, Καψής, Σειταρίδης, Φύσσας, Μπασινάς, Κατσουράνης, Γιαννακόπουλος και Βρύζας συνέθεσαν ένα σύνολο που λειτούργησε σαν καλοκουρδισμένη μηχανή.

Το τέλος ενός ονείρου και η αρχή ενός μύθου

Όταν ο Γερμανός διαιτητής Μάρκους Μερκ σφύριξε τη λήξη, οι Έλληνες ποδοσφαιριστές έπεσαν στο χορτάρι. Η Ελλάδα ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Η εικόνα του Ζαγοράκη να σηκώνει το τρόπαιο έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό θαύμα όλων των εποχών, ενώ η ελληνική σημαία έκανε τον γύρο του κόσμου.

Η Πορτογαλία είχε γνωρίσει δύο ήττες από την Ελλάδα μέσα στην ίδια διοργάνωση – στην πρεμιέρα και στον τελικό – σε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις που έχει καταγράψει ποτέ το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.

«Σήκωσέ το, το γαμημένο...»

Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα επικρατούσε παροξυσμός.

Το σύνθημα «Σήκωσέ το, το γαμημένο, δεν μπορώ να περιμένω», πάνω στον ρυθμό από τα «Καβουράκια» του Βασίλη Τσιτσάνη, είχε γίνει το ανεπίσημο τραγούδι της Εθνικής. Είχε πρωτοακουστεί στη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη ποδοσφαιρική σεζόν, όμως το καλοκαίρι του 2004 απέκτησε διαχρονική διάσταση.

Οι δρόμοι σε κάθε πόλη της χώρας πλημμύρισαν από εκατομμύρια Έλληνες που πανηγύριζαν μέχρι το ξημέρωμα.

Η επιστροφή των ηρώων

Δύο ημέρες αργότερα, η ελληνική αποστολή επέστρεψε στην Αθήνα.

Το αεροπλάνο πέρασε κάτω από την υδάτινη αψίδα των πυροσβεστικών οχημάτων στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», ενώ χιλιάδες πολίτες περίμεναν τους πρωταθλητές.

Η διαδρομή προς το Καλλιμάρμαρο μετατράπηκε σε ένα ατελείωτο γαλανόλευκο πανηγύρι. Η Αττική Οδός, η Βασιλίσσης Σοφίας και το Παναθηναϊκό Στάδιο γέμισαν ασφυκτικά, με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή να συγχαίρει δημόσια τους νέους πρωταθλητές Ευρώπης.

Ένα κατόρθωμα που δεν ξεχνιέται

Είκοσι δύο χρόνια μετά, το Euro 2004 παραμένει το μεγαλύτερο επίτευγμα στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού.

Δεν ήταν μόνο η κατάκτηση ενός τροπαίου. Ήταν η απόδειξη ότι η πίστη, η σωστή προετοιμασία, η τακτική ευφυΐα και η ομαδικότητα μπορούν να ανατρέψουν κάθε πρόβλεψη.

Η 4η Ιουλίου 2004 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ποδοσφαιρικό ημερολόγιο. Είναι η ημέρα που μια μικρή ποδοσφαιρική δύναμη ανέβηκε στην κορυφή της Ευρώπης και χάρισε στους Έλληνες μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της σύγχρονης ιστορίας τους.