Η Ελλάδα έφυγε από το Βελιγράδι με κάτι πολύ περισσότερο από τρεις βαθμούς. Το 2-1 επί της Σερβίας, με ανατροπή και με το γκολ του Τάσου Δουβίκα στις καθυστερήσεις, ήταν μια πρώτη σοβαρή απόδειξη ότι η νέα Εθνική του Ιβάν Γιοβάνοβιτς μπορεί να σταθεί στη League A του Nations League χωρίς να μπαίνει στο γήπεδο με τη λογική του αουτσάιντερ.
Και το σημαντικότερο είναι ότι η Ελλάδα δεν «έκλεψε» το αποτέλεσμα. Το κυνήγησε, το δικαιούταν και τελικά το πήρε. Βρέθηκε πίσω μόλις στο 4' από τον Ζίβκοβιτς, όμως αντί να χάσει την ισορροπία της, επέβαλε σταδιακά το παιχνίδι της και έφτασε στην ανατροπή με τον Τζόλη στο 74' και τον Δουβίκα στο 90'+5'.
Διαβάστε επίσης...
Το παράδοξο είναι πως, βάσει εικόνας και αριθμών, η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει καθαρίσει το παιχνίδι πολύ νωρίτερα.
Το 26-9 στις τελικές λέει πολλά – αλλά όχι όλη την αλήθεια
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί: 61% κατοχή, 26 τελικές έναντι 9, 9 σουτ στον στόχο έναντι 4, 43 επαφές στην αντίπαλη περιοχή έναντι 20, 2,49 xG έναντι 1,32, 588 πάσες έναντι 375 και 162 πάσες στο επιθετικό τρίτο έναντι 85.
Η Ελλάδα είχε ακόμη 20 key passes έναντι 8 και έξι κόρνερ έναντι δύο.
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, τέτοια στατιστική υπεροχή δεν πρέπει να σε οδηγεί στο 0-1 μέχρι το 73'. Κι όμως, αυτή ακριβώς ήταν η μεγάλη αδυναμία της Εθνικής στο Βελιγράδι.
Υπήρχε παραγωγή, υπήρχε κυκλοφορία, υπήρχε ταχύτητα, υπήρχε πίεση. Έλειπε το τελείωμα.
Ήδη στο πρώτο ημίχρονο είχε γίνει εμφανές ότι το πρόβλημα δεν ήταν να φτάσει η Ελλάδα στην περιοχή, αλλά να εξαργυρώσει την υπεροχή της. Το ίδιο το φιλμ του αγώνα καταγράφει ότι η ομάδα είχε δημιουργήσει σε 45 λεπτά αριθμό ευκαιριών που συνήθως απαιτεί ολόκληρο παιχνίδι, αλλά πήγε στα αποδυτήρια πίσω στο σκορ λόγω αναποτελεσματικότητας.
Και εδώ οι αριθμοί χρειάζονται δεύτερη ανάγνωση.
Από τις 26 προσπάθειες, οι δέκα πήγαν εκτός και επτά σταμάτησαν σε σώματα. Δηλαδή μόνο εννέα ανάγκασαν πραγματικά τον Μιλίνκοβιτς-Σάβιτς να επέμβει. Παράλληλα, από τις 24 σέντρες, μόλις τέσσερις ήταν επιτυχημένες: 17% ακρίβεια.
Η Ελλάδα έφτανε πολύ συχνά στην επικίνδυνη ζώνη, αλλά δεν έβγαζε πάντα την τελική ενέργεια που αντιστοιχούσε στην ποιότητα της ανάπτυξής της.
Το 2,49 xG σε 26 τελικές σημαίνει περίπου 0,096 xG ανά προσπάθεια. Η Σερβία είχε 1,32 xG σε μόλις εννέα τελικές, δηλαδή περίπου 0,147 ανά σουτ. Με απλά λόγια: η Ελλάδα δημιουργούσε πολύ περισσότερο, αλλά οι Σέρβοι, όταν έβγαιναν μπροστά, έφταναν αναλογικά σε πιο καθαρές καταστάσεις.
Αυτό είναι το πρώτο σημείο που θα πρέπει να δουλέψει ο Γιοβάνοβιτς.
Ο παίκτης που λείπει από αυτή την Εθνική
Κάπου εδώ φαίνεται και η απουσία του Γιάννη Κωνσταντέλια.
Όχι επειδή ο Κωνσταντέλιας αποτελεί έναν κλασικό σέντερ φορ που θα μετατρέψει αυτόματα τις 26 τελικές σε τέσσερα γκολ. Αλλά επειδή είναι ο ποδοσφαιριστής που μπορεί να κάνει τη μία επιπλέον ενέργεια μέσα ή γύρω από την περιοχή, να παίξει ανάμεσα στις γραμμές, να αποφύγει τον πρώτο αντίπαλο, να βρει την κάθετη, να εκτελέσει χωρίς να χρειαστεί δεύτερη σκέψη.
Είναι ένας τύπος ποδοσφαιριστή που χρειάζεται ιδιαίτερα αυτή η ομάδα απέναντι σε άμυνα που χαμηλώνει μέτρα.
Ο Κωνσταντέλιας απουσιάζει τώρα λόγω τραυματισμού. Νωρίτερα όμως είχε ο ίδιος θέσει τον εαυτό του εκτός των συγκεκριμένων υποχρεώσεων της Εθνικής για οικογενειακούς λόγους, δηλώνοντας προσωπικά ότι δεν θα ήταν διαθέσιμος.
Αγωνιστικά, πάντως, ένας υγιής και διαθέσιμος Κωνσταντέλιας δίνει κάτι διαφορετικό. Δίπλα στους Τζόλη, Καρέτσα, Κωστούλα, Παυλίδη, Ιωαννίδη και Δουβίκα, προσθέτει την απρόβλεπτη ενέργεια που μπορεί να μετατρέψει την υπεροχή σε γκολ πολύ νωρίτερα.
Γιατί απέναντι στη Σερβία η Ελλάδα χρειάστηκε 74 λεπτά και τεράστιο όγκο επιθέσεων για να πετύχει το πρώτο γκολ, παρότι από το 5' είχε ήδη δοκάρι με τον Καρέτσα και στη συνέχεια διαδοχικές ευκαιρίες.
Ο Τζόλης πήρε την ομάδα πάνω του
Ο Χρήστος Τζόλης ήταν η μεγαλύτερη μόνιμη απειλή της Εθνικής.
Είχε έξι τελικές, περισσότερες από κάθε άλλον Έλληνα, 0,26 xG, 12 επαφές στην αντίπαλη περιοχή, επίσης οι περισσότερες στην ομάδα, 80 συνολικές επαφές και 51/60 σωστές πάσες.
Κυρίως, όμως, είχε προσωπικότητα.
Δεν τον επηρέασε η μεγάλη επέμβαση του Μιλίνκοβιτς-Σάβιτς στο σουτ του στο 39'. Συνέχισε να ζητά μπάλα, άλλαξε πλευρά όταν χρειάστηκε και τελικά στο 74' πήρε την πάσα του Παυλίδη και εκτέλεσε διαγώνια για το 1-1.
Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες ελληνικές ομάδες: υπάρχουν πλέον παίκτες που ζητούν το παιχνίδι όταν η μπάλα καίει.
Τι έδωσε κάθε Έλληνας παίκτης
- Κωνσταντίνος Τζολάκης: Επτά αποκρούσεις και, πάνω απ' όλα, η επέμβαση του αγώνα στο 90', όταν σταμάτησε με το πόδι την κεφαλιά του Λούκιτς αμέσως μετά το δοκάρι του Γιόβελιτς. Χωρίς αυτήν, πιθανότατα δεν υπάρχει ανατροπή. Η συμμετοχή του με τα πόδια δεν ήταν τόσο καθαρή, με 15/26 πάσες, αλλά κάτω από τα δοκάρια κράτησε την Ελλάδα ζωντανή.
- Γιώργος Βαγιαννίδης: Ο παίκτης με τις περισσότερες επαφές στο ματς για την Ελλάδα, 99, και 74/83 πάσες, ποσοστό 89%. Πάτησε τέσσερις φορές αντίπαλη περιοχή και δημιούργησε καταστάσεις από χαμηλά, με χαρακτηριστική τη φάση του Κωστούλα στο 15' και το γύρισμα στη μεγάλη ευκαιρία του 66'. Πολύ ενεργός στο επιθετικό χτίσιμο.
- Παναγιώτης Ρέτσος: 69/73 πάσες, εκπληκτικό 95%, 82 επαφές, δύο τελικές με 0,23 xG και 11 μονομαχίες. Είχε το λάθος γύρισμα του 31', αλλά η συνέχεια ήταν εξαιρετική. Έβγαλε την κάθετη στη φάση του ακυρωθέντος γκολ του Παυλίδη και στο 88' έκανε σχεδόν κούρσα εξτρέμ, περνώντας παίκτες πριν εκτελέσει.
- Κωνσταντίνος Μαυροπάνος: Πολύ δυνατός στην πρώτη πάσα: 70/73 και 96%. Δέκα μονομαχίες, δύο επιτυχημένες ντρίμπλες σε δύο προσπάθειες και δύο τελικές με 0,36 xG. Η συμμετοχή του ψηλά δείχνει πόσο επιθετικά τοποθέτησε τα στόπερ του ο Γιοβάνοβιτς.
- Κώστας Τσιμίκας: Το παιχνίδι του αποκτά τελικά άλλη αξία λόγω της τελευταίας ενέργειας. 38/43 σωστές πάσες και τρεις παρουσίες μέσα στην περιοχή, αλλά κυρίως η σέντρα στο 90'+5' που βρήκε τον Δουβίκα για το 2-1. Στις μεγάλες βραδιές, ένας ακραίος αμυντικός κρίνεται και από αυτή τη μία μπάλα.
- Δημήτρης Κουρμπέλης: Το αθόρυβο στήριγμα του παιχνιδιού. 70/72 πάσες, 97%, το καλύτερο ποσοστό μεταξύ των βασικών της Ελλάδας, 87 επαφές και επτά μονομαχίες. Έδωσε ασφάλεια ώστε οι μπροστινοί να παίζουν με μεγαλύτερη ελευθερία.
- Χρήστος Ζαφείρης: Εξαιρετικά καθαρό παιχνίδι με 66/71 πάσες (93%), 80 επαφές και εννέα μονομαχίες. Έτρεξε πολύ, συνέδεσε γραμμές και πήρε στο 83' μια κίτρινη κάρτα σταματώντας μετάβαση των Σέρβων. Πολύ ουσιαστική εμφάνιση.
- Κωνσταντίνος Καρέτσας: Τρεις τελικές, 0,26 xG, 26/30 πάσες και δέκα μονομαχίες. Στο 5' σημάδεψε το δοκάρι. Ακόμη και όταν δεν βγαίνει η τελευταία ενέργεια, έχει τη σπάνια ικανότητα να παίρνει την μπάλα και να αλλάζει την ταχύτητα της επίθεσης.
- Χρήστος Τζόλης: Ο ηγέτης της επίθεσης στο συγκεκριμένο βράδυ. Έξι τελικές, 12 επαφές στην περιοχή και το γκολ της ισοφάρισης. Η Ελλάδα είχε συνεχώς σημείο αναφοράς στα άκρα επειδή εκείνος δεν σταμάτησε ποτέ να επιτίθεται.
- Βαγγέλης Παυλίδης: Μπορεί να μη σκόραρε, αλλά είχε το μεγαλύτερο xG Έλληνα παίκτη, 0,51, με τέσσερις προσπάθειες. Η συμμετοχή του στο 1-1 ήταν καθοριστική: εξαιρετικό κατέβασμα, τράβηξε αντιπάλους και έδωσε στον Τζόλη την κατάλληλη στιγμή. Μόλις 23 επαφές, αλλά αρκετή δουλειά χωρίς την μπάλα.
- Χαράλαμπος Κωστούλας: Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του αγώνα. Τέσσερις προσπάθειες, 0,32 xG, επτά επαφές στην περιοχή, 2/3 ντρίμπλες και εννέα μονομαχίες. Έχασε μεγάλη ευκαιρία στο 15' και είχε κεφαλιά στο 41', αλλά η κινητικότητά του δημιούργησε προβλήματα σε πολύ πιο έμπειρους αμυντικούς.
- Φώτης Ιωαννίδης: Μπήκε στο 63', είχε μία τελική με 0,11 xG, 8/10 πάσες και 17 επαφές. Θα μπορούσε να ισοφαρίσει στο 66', όταν το πλασέ του κατέληξε πάνω στον Μιλίνκοβιτς-Σάβιτς. Έδωσε όμως δεύτερο σημείο αναφοράς μέσα στην περιοχή.
- Ανδρέας Τετέι: Έφερε ακριβώς αυτό που περίμενε ο Γιοβάνοβιτς: δύναμη και κάθετη κίνηση. Είχε 2/3 επιτυχημένες ντρίμπλες σε περιορισμένο χρόνο και στο 77' γύρισε με πλάτη, πέρασε αντίπαλο και μπήκε στην περιοχή. Η φυσική του ισχύς είναι διαφορετικό όπλο από ό,τι διαθέτει η υπόλοιπη γραμμή κρούσης.
- Τάσος Δουβίκας: Το απόλυτο παράδειγμα αποτελεσματικότητας που έλειπε μέχρι τότε. Δέκα επαφές, 4/4 πάσες, δύο τελικές, 0,35 xG και ένα γκολ. Μπήκε στο 75' και στο τέλος έκανε αυτό που οφείλει να κάνει ένας φορ: διάβασε τη σέντρα του Τσιμίκα και με γλυκιά κεφαλιά τελείωσε το παιχνίδι.
- Γιάννης Μιχαηλίδης και Θανάσης Ανδρούτσος: Μπήκαν στις καθυστερήσεις, χωρίς ουσιαστικό αγωνιστικό δείγμα. Ο Ανδρούτσος πρόλαβε μόλις δύο επαφές και μία σωστή πάσα σε δύο προσπάθειες. Η είσοδός τους είχε περισσότερο διαχειριστικό χαρακτήρα.
Δεν είναι όμιλος στον οποίο η Ελλάδα πρέπει να φοβάται τα ονόματα
Το δεύτερο μεγάλο μήνυμα του Βελιγραδίου αφορά ολόκληρο τον όμιλο.
Η Ελλάδα βρίσκεται στον Α2 μαζί με Σερβία, Ολλανδία και Γερμανία και κάνει φέτος την πρώτη της παρουσία στη League A.
Προφανώς Ολλανδία και Γερμανία διαθέτουν μεγαλύτερη ποδοσφαιρική παράδοση, βάθος και δεξαμενή ποδοσφαιριστών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σημερινή Εθνική πρέπει να τις αντιμετωπίσει με το δέος άλλων εποχών.
Το πρόσφατο Μουντιάλ του 2026 το απέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο. Και οι δύο αποκλείστηκαν στη φάση των «32»: η Γερμανία από την Παραγουάη και η Ολλανδία από το Μαρόκο, αμφότερες στα πέναλτι. Η FIFA κατέταξε τελικά την Ολλανδία 17η και τη Γερμανία 18η στη διοργάνωση.
Δεν έγιναν ξαφνικά μικρές ομάδες. Έπαψαν όμως να έχουν εκείνο το αίσθημα του απροσπέλαστου που συνόδευε τις προηγούμενες γενιές τους.
Και η Ελλάδα έχει πλέον κάτι που της έλειπε για πολλά χρόνια: ταχύτητα, τεχνική ποιότητα και πολλές διαφορετικές επιθετικές λύσεις ταυτόχρονα.
Η μεγάλη αλλαγή
Αυτό ίσως είναι και το σημαντικότερο συμπέρασμα.
Η παραδοσιακή συνταγή των καλών ελληνικών Εθνικών ήταν γνωστή: συμπαγής άμυνα, σωστές αποστάσεις, υπομονή, στατικές φάσεις και εκμετάλλευση του λάθους.
Ο Γιοβάνοβιτς χτίζει κάτι διαφορετικό.
Στο Βελιγράδι η Ελλάδα βρέθηκε πίσω και δεν άλλαξε τη λογική της. Πήρε 61% κατοχή, έφτιαξε 26 τελικές, έκανε 588 πάσες και μπήκε 43 φορές με την μπάλα στην αντίπαλη περιοχή. Δεν περίμενε από τη Σερβία να της χαρίσει τον αγώνα. Πήγε να τον πάρει.
Και όταν στο 90' η Σερβία είχε δοκάρι και ο Τζολάκης έκανε την τεράστια απόκρουση στον Λούκιτς, η ελληνική ομάδα δεν συμβιβάστηκε με το 1-1. Λίγα λεπτά αργότερα βρήκε τη σέντρα του Τσιμίκα και την κεφαλιά του Δουβίκα.
Αυτή είναι η πραγματική αξία της βραδιάς.
Όχι απλώς ότι η Ελλάδα νίκησε τη Σερβία.
Αλλά ότι έχασε ευκαιρίες, βρέθηκε πίσω, δεν πανικοβλήθηκε, συνέχισε να παίζει με τον ίδιο τρόπο και στο τέλος πήρε το ματς επειδή εξακολούθησε να το διεκδικεί.
Αν προσθέσει περισσότερη ψυχραιμία στην τελική ενέργεια —και αν ξαναβάλει στη μηχανή της έναν υγιή και διαθέσιμο Κωνσταντέλια— αυτή η Εθνική έχει το αγωνιστικό υλικό για να κοιτάξει στα μάτια και τα μεγάλα ονόματα του ομίλου. Το Βελιγράδι δεν απέδειξε ότι όλα τα προβλήματα λύθηκαν. Απέδειξε όμως ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον τους ποδοσφαιριστές και τη νοοτροπία για να επιχειρήσει την υπέρβαση.
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο