Ένα ρόλος καθαρά υποκριτικός, κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της ιδιοσυγκρασίας του, της φτωχικής και πολύ δύσκολης εφηβείας του που, πάλι καλά μπόρεσε να βρει διέξοδο με μία μπάλα στα πόδια.   

 Τις προηγούμενες ημέρες, ο Χρίστο Στόιτσκοφ έσβησε τα πρώτα του 60 κεράκια και γυρνώντας τις σελίδες μίας καριέρας γεμάτης μαγείες, αλλά και συρράξεις σταθήκαμε σε κάποια γεγονότα, στη Μπαρτσελόνα, στην εθνική Βουλγαρίας, αλλά και στην Πάρμα που τον μεταμόρφωσαν στον κατεξοχήν «νταή», τρόπος του λέγειν των γηπέδων.

 Δεν υπήρξε εύκολος χαρακτήρας: από μικρός είχε την τάση να τα βάζει με όλους, λες και η ζωή κάτι του χρωστούσε και τελικά του το ανταπέδωσε μέσω μίας μπάλας. Για να μην παρεξηγηθούμε, υπήρξε ένας πολύ μεγάλος παίκτης, ένα φαινόμενο μ’ ένα σπάνιο, «φαρμακερό» και δυνατό, αριστερό σουτ, αλλά ήταν τέτοιες η αλαζονεία και η αυτοπεποίθησή του, που θεωρούσε όλους τους υπόλοιπους, κυρίως τους Φαν Μπάστεν, Μπάτζο και Ρομάριο, επιεικώς κατώτερους.

 Ήταν Δεκέμβριος του ’94 όταν οι 210 ψήφοι των απεσταλμένων του «France Football» του χάριζαν την πολυπόθητη «Χρυσή Μπάλα». Κατά τη διάρκεια της τελετής βράβευσης, και εμφανώς τσαντισμένος, αφενός δήλωσε ότι η επιτροπή του γαλλικού περιοδικού άργησε δύο χρόνια, γιατί την άξιζε και το ’92 όταν προτίμησαν τον Φαν Μπάστεν. Και αφετέρου ότι δίκαια την κατέκτησε μπροστά από τον Ρομπέρτο Μπάτζο γιατί στο μεταξύ τους ημιτελικό του αμερικανικού Μουντιάλ ο Ιταλός, και η Squadra Azzurra είχαν ευνοηθεί σημαντικά από τη διαιτησία του Γάλλου Κινιού στερώντας από την καλύτερη Βουλγαρία όλων των εποχών έναν ιστορικό τελικό.

 «Συγχαρητήρια στον Στόιτσκοφ, είχε απαντήσει ο Μπάτζο, εάν όμως δεν έχανα το πέναλτι στον τελικό με τη Βραζιλία τη «Χρυσή Μπάλα» θα την είχα κατακτήσει εγώ», είχε τονίσει ο Ιταλός. «Ο Θεός παραμένει Βούλγαρος, αλλά το πρόβλημα είναι ότι και ο Κινιού παραμένει Γάλλος», η άμεση απάντηση του Στόιτσκοφ.

 Την χρυσή του εποχή τη βίωσε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Μπαρτσελόνα, όπου μεταγράφηκε ύστερα από τρεις, επίσης χρυσές χρονιές με την ΤΣΣΚΑ Σόφιας με την οποία είχε κατακτήσει και τον τίτλο του πρώτου σκόρερ του τότε Uefa 1988-’89.

 Στη Βουλγαρία τον αποκαλούσαν «kamata», μαχαίρι για την ικανότητα και την ταχύτητά του να «τραυματίζει» τις αντίπαλες άμυνες. Ενώ στη Μπαρτσελόνα «Ayatollah» γιατί παράλληλα προκαλούσε συναισθήματα λατρείας, αλλά και φόβου.

 Έφταιξε η συμπεριφορά του, κλασικού «νταή» όταν με το καλημέρα, όταν δηλαδή πρωτοπάτησε το πόδι του στην Καταλονία γκρέμισε με τάκλιν, ηθελημένο ή όχι (μάλλον το πρώτο), τον διαιτητή ενός «El Clasico» Κυπέλλου με τη Ρεάλ Μαδρίτης. Τιμωρήθηκε με έξι μήνες αποκλεισμού, ύστερα όμως από έφεση τη γλίτωσε μόνο με 10 αγωνιστικές.

 Με την «Dream Team» του Γιόχαν Κρόιφ (με συμπαίκτες τους Γκουαρντιόλα, Λάουντρουπ, Κούμαν ή Ρομάριο), είχε κατακτήσει και το «Χρυσό Παπούτσι» του ’90 με 38 γκολ, αν και θα μείνουν στην Ιστορία η σύρραξη με τον Ρομάριο, τον οποίο αποκαλούσε «αργό, σαν χελώνα», όπως η μεγαλύτερη απογοήτευση όλων όταν, ως μεγάλο φαβορί εκείνη η Μπαρτσελόνα ξεφτιλίστηκε 4-0 από τη Μίλαν στον τελικό του Champions League ’94, στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας.

 Ζήτησε να φύγει, πήγε με πολλά λεφτά (15δις λιρέτες, 7.5εκ. σημερινά ευρώ στη Μπαρτσελόνα, και 1.5εκ. το χρόνο για τον ίδιο), στην Πάρμα, αλλά τσακώθηκε και με τον Τζανφράνκο Ζόλα, γύρισε στη Βαρκελώνη, αλλά είχε ήδη χαθεί η μαγεία. Δοκίμασε να επιστρέψει στην ΤΣΣΚΑ Σόφιας, μετά βρέθηκε στη Σαουδική Αραβία, την Ιαπωνία, ύστερα στις Ηνωμένες Πολιτείες και έκλεισε την καριέρα του, το 2003 στα 37 του.

 Μετά προσπάθησε να κάνει τον προπονητή, στην εθνική Βουλγαρίας, στη Θέλτα, στην νοτιοαφρικανική Μαμελόντι, στη Λίτεξ και ξανά στην ΤΣΣΚΑ Σόφιας, ωστόσο συνειδητοποιώντας ότι χωρίς να τσακώνεται ο ίδιος και να εκφοβίζει τους αντιπάλους ήταν μία ασχολία βαρετή, που δεν θα ταίριαζε ποτέ με την εκρηκτική του ιδιοσυγκρασία.