Σε σχέση με τον θρίαμβο του 2010 στη Νότια Αφρική (και τότε στην παράταση με αντίπαλο την Ολλανδία, και τότε με το πανομοιότυπο 1-0), αυτή τη φορά οι «Furias Rojas» κατέκτησαν πανάξια το δεύτερο παγκόσμιο τίτλο της Ιστορίας τους, ένα ακόμη σπουδαίο τρόπαιο στο ατελείωτα πλούσιο «palmares» τους με 4 ακόμη Euro από τα οποία, τα τρία μες στα τελευταία 18 χρόνια.

 Είναι αναμφισβήτητο, έως ηλίου φαεινότερου ότι η Ισπανία είναι η κορυφαία και η πλέον συνεπής στα μεγάλα ραντεβού, ομάδα της τελευταίας 10ετίας, αυτό όμως που ίσως να μην είχαμε συνειδητοποιήσει είναι ότι, με τέτοια ταχύτητα, ταλέντο και οργάνωση θα είναι και της επόμενης.

 Την κάτοχο του τελευταίου τίτλου, Αργεντινή την χόρεψε… flamenco, χωρίς να της αφήσει καν το περιθώριο να δοκιμάσει, έστω μία στροφή από… tango. Την έπνιξε και την βραχυκύκλωσε, μαζί με τα γερασμένα αστέρια της, in primis τον 39χρονο Λιονέλ Μέσι από τον οποίο περίμενες κάτι περισσότερο από τη μιζέρια ενός σουτ σε 120’ αγώνα, κι εκείνου πάλι στο πρόσωπο του Μερίνο.

 Μία γεύση από την ανωτερότητα, την υπεροχή και την παντοδυναμία των Ισπανών την είχαμε πάρει και στον ημιτελικό με τη Γαλλία, την οποία επίσης δεν είχε αφήσει ν’ ακουμπήσει τη μπάλα, αλλά να τη βλέπεις να έχει καταντήσει την Αργεντινή σάκο του μποξ, και με τις 20 τελικές της να την έχει στριμώξει στα σχοινιά απλά ενισχύει και επιβεβαιώνει το γιατί, στο Νιού Τζέρσι είδαμε έναν και μόνο αντίπαλο.

 Είδαμε βέβαια κι άλλα. Ένα φαντασμαγορικό, χολιγουντιανού στυλ, 27λεπτου σόου ανάμεσα στα δύο ημίχρονα το οποίο, βεβιασμένα είχαμε σπεύσει να κατακρίνουμε. Μαζί με τις 3λεπτες διακοπές ενυδάτωσης οι οποίες επίσης άρχισαν ν’ αρέσουν και στη Uefa.

 Είδαμε τους «αρχιτέκτονες» του πρώτου Μουντιάλ Extra- Large της Ιστορίας, Ντόναλντ Τραμπ και Τζάννι Ινφαντίνο να κοκκινίζουν και να περπατούν με αμηχανία την ώρα που από τις εξέδρες του «MetLife Stadium» οι αποδοκιμασίες και τα παρατεταμένα «μπούουουου» ηχούσαν στ’ αφτιά τους με τη δύναμη και τον θόρυβο μίας τροπικής καταιγίδας. Γιατί αυτοί οι δύο, ο «πλανητάρχης» και ο πρόεδρος της Fifa έκαναν ό,τι ήθελαν και όποτε το ήθελαν πολιτικοποιώντας ένα προϊόν που θα έπρεπε να παραμείνει στην αθλητική του διάσταση. Και όμως…

 Και όμως συνέβησαν γεγονότα που δεν θα’ πρεπε να έχουν καμία σχέση με μία μπάλα. Την κόκκινη κάρτα του Μπάλογκαν, που μπήκε στην κατάψυξη μέχρι νεοτέρας ύστερα από απαίτηση του Τραμπ. Τις βίζες που οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν πρώτα στον Σομαλό διαιτητή, Ομάρ Αρτάν, ύστερα σ’ έναν ιρακινό φωτογράφο, αλλά και στον Ισπανό, παγκόσμιο πρωταθλητή του 2010, Τζοάν Καπντεβίλα γιατί λέει, το 2016 είχε πάρει μέρος στο Ιράν, σε φιλικό με τη Σάντα Κόλομα. Χωρίς να ξεχνάμε και την αδικία στην αποστολή του Ιράν, με τους μισούς εγκλωβισμένους στο Μεξικό, και τους άλλους μισούς ακόμη να περιμένουν τη βίζα εισόδου σε αμερικανικό έδαφος.

 Για να μην πούμε για την, αδιανόητη ακρίβεια σε όλους τους τομείς, της διατροφής, της διαμονής, της μετακίνησης. Πόσο μάλλον για να δει κανείς τον τελικό Ισπανίας- Αργεντινής με τιμές που ξεκινούσαν από τις 7.300, έως τις 61.000 ευρώ. Ραντεβού το 2030, σε Ισπανία, Πορτογαλία και Μαρόκο (συν από ένα παιχνίδι στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη και την Παραγουάη για να τιμηθούν τα 100 χρόνια Μουντιάλ), πιθανότητα όχι πλέον με 48 ομάδες, αλλά με 64. Γιατί όπως είπε και ο Ινφαντίνο θα είναι ο μόνος τρόπος για να μην αποτύχει, η Ιταλία και σε 4ο συνεχόμενο παγκόσμιο κύπελλο…