Η δολοφονία του ωστόσο, από τις σφαίρες Ειδικών Δυνάμεων της Κολομβιανής αστυνομίας, ύστερα από 16 μήνες κυνηγητού και μία μόλις ημέρα μετά τα 44α του γενέθλια δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα: το ακριβώς αντίθετο.

 Επί χρόνια η «λευκή σκόνη» συνέχιζε, μέσω Περού και Βολιβίας να περνάει το ίδιο από την άλλη μεριά των αμερικανικών συνόρων, με τη διαφορά ότι είχε αλλάξει χέρια γιατί βγάζοντας από τη μέση τον Εσκομπάρ αυτόματα ενισχύθηκε το αντίπαλο «Καρτέλ του Κάλι».

 Την ώρα που, στην Αντιόχεια, τη γενέτειρά του Ριονέγκρο, όπως και στο Μεντεγίν περισσότεροι από 60.000 άνθρωποι όχι μόνο θρηνούσαν την απώλειά του, αλλά παραβρέθηκαν στην κηδεία για το τελευταίο αντίο σ’ έναν «δικό» τους άνθρωπο που αποκαλούσαν μάλιστα «σωτήρα», αλλά και «Ρομπέν των Δασών».

 Στη συνείδησή τους ο Πάμπλο Εμίλιο Εσκομπάρ Γκαβίρια δεν υπήρξε ούτε διακινητής ναρκωτικών, ούτε δολοφόνος, απαγωγέας και εκβιαστής, αλλά ο άνθρωπος που έκλεβε από τους πλούσιους (Αμερικανούς) και τα μοίραζε στους φτωχούς.

 Δεκάδες οι φιλανθρωπίες προς τους συμπολίτες του στο Μεντεγίν. Ατελείωτα τα χαρτονομίσματα που μοίραζε στον κόσμο κάθε φορά που παρακολουθούσε, είτε μία προπόνηση, είτε έναν αγώνα της αγαπημένης του Ατλέτικο Νασιονάλ που επί των «χρυσών» ημερών του ελέγχου και της πλουσιοπάροχης χρηματοδότησής του είχε φτάσει, το ’89 στην κατάκτηση ενός ιστορικού Copa Libertadores, του αντίστοιχου Champions League της Λατινικής Αμερικής. Και το ’90, στο Τόκιο να διεκδικήσει από την «υπεργαλακτία» Μίλαν του Αρρίγκο Σάκκι το Διηπειρωτικό άσχετα εάν χαμένο (1-0) στις λεπτομέρειες.

 Ο Εσκομπάρ είχε καταλάβει πολύ νωρίς ότι δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος «ξεπλύματος» των ατελείωτων χρημάτων του από το να τα επενδύσει στο ποδόσφαιρο. Και σε συνδυασμό με τη χρυσή φουρνιά παικτών που σταδιακά αναδεικνύονταν (Χιγκίτα, Βαλντεράμα, Ρινκόν, Ασπρίγια), άπαντες καθοδηγούμενοι από την προπονητική ικανότητα του «guru’», Φρανσίσκο Ματουράνα έχτισε μία εικονική αυτοκρατορία ρίχνοντας όση περισσότερη στάχτη μπορούσε στα μάτια των εύπιστων συμπατριωτών του.

 Δεν ήταν ο μόνος. Τη δυναμική του «futbol» την ανακάλυψαν ύστερα και τα αδέλφια, Γκονσάλο και Μιγκέλ Ροντρίγκεζ Ορεχουέλα επίσης δημιουργώντας και χρηματοδοτώντας μία εξίσου πανίσχυρη Αμέρικα του Κάλι.

 Ο «El Patron» όμως ήξερε να δείχνει κι ένα περισσότερο ανθρώπινο πρόσωπο καταφέρνοντας να γίνει φίλος με όλους τους διεθνείς Κολομβιανούς πείθοντάς τους μάλιστα να πάρουν μέρος (μαζί και με τον Ντιέγκο Μαραντόνα) σ’ ένα φιλικό που διοργάνωσε ο ίδιος στην περίφημη «La Catedral», την υπέρ σύγχρονη και πολυτελέστατη φυλακή που είχε χτίσει ο ίδιος, και στην οποία βρέθηκε οικιοθελώς με αντάλλαγμα τη μη έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 Ο αγαπημένος και «κολλητός» του παρέμεινε ο Χιγκίτα, ο εκκεντρικός τερματοφύλακας που έμεινε στην Ιστορία για την «απόκρουση του σκορπιού», στο Ουέμπλεϊ με την Αγγλία, τον οποίο ωστόσο είχε μπλέξει με τη δικαιοσύνη και στις αρχές του ’90 όταν του είχε ζητήσει να μεσολαβήσει, εν αγνοία της αστυνομίας στην υπόθεση απαγωγής (από αντίπαλο καρτέλ) της κόρης του Λουίς Κάρλος Μολίνα, προσωπικού του φίλου και πρώην παράγοντα της Νασιονάλ.

 Τελικά ο Χιγκίτα, το ‘93 (λίγους μήνες πριν τη δολοφονία του «βαρόνου») καταδικάστηκε σε 7 μήνες φυλάκισης, τόσο για παρακώληση της δικαιοσύνης, όσο για τα 100.000 δολάρια, και μία βίλα που είχε αποδεχθεί από τον Εσκομπάρ για τον καταλυτικό του ρόλο στις διαπραγματεύσεις χάνοντας, αναγκαστικά την ευκαιρία να παίξει στο Μουντιάλ του ’94. Ουδέποτε όμως μίλησε ή κατέδωσε τον «El Patron» ανέκαθεν μάλιστα δηλώνοντας υπερήφανα φίλος του, όχι όμως διακινητής ναρκωτικών.                             

 «Plata, plomo y futbol», λεφτά, σφαίρες και ποδόσφαιρο ήταν το μότο του Εσκομπάρ, κατά μία (μακρινή, έστω) έννοια, ένα είδος παραλλαγής της αγαπημένης φράσης του, επίσης περιβόητου Αλ Καπόνε που ανέκαθεν έλεγε, «με μία καλή κουβέντα μπορείς να πετύχεις πολλά. Αλλά με μία καλή κουβέντα και ένα πιστόλι, ακόμη περισσότερα».