Για να κατανοήσουμε καλύτερα το, μεγαλειώδες έργο του Γερμανού προπονητή σε μία ομάδα που, μετά το τέλος εποχής του Γκουαρντιόλα και του Μέσι, των Τσάβι- Ινιέστα και του «tiqui- taca» έδειχνε να έχει χάσει την ταυτότητά της αρκεί ένα και μοναδικό στατιστικό: ότι στους 20 μήνες του «βασιλείου» του η Μπαρτσελόνα έχει πετύχει κάτι λιγότερα ή κάτι περισσότερα από 400 (!), σ’ επίσημα παιχνίδια γκολ.

 Στο μυαλό του τελειομανούς Φλικ, που αρνείται κατηγορηματικά την οποιαδήποτε έννοια της μετριότητας το όνομα του εκάστοτε αντιπάλου, ούτε μετράει, ούτε και υπάρχει. Ανεξάρτητα από την ομάδα που είχαν απέναντί τους και ανεξάρτητα από το εάν η διοργάνωση ονομάζεται Liga, Copa del Rey ή Champions League οι «Blaugrana» πέτυχαν φέτος τουλάχιστον 3 γκολ ανά αγώνα και δέχτηκαν, μέσο όρο 1.

 Μέσα σε 20 μήνες ο Φλικ ξανά έδωσε στη Μπαρτσελόνα εκείνη την ταυτότητα που ξεπερνάει τα όρια μίας εκ φύσεως και πεποιθήσεως επιθετικής, ποδοσφαιρικής ομάδας. Της ξανά έδωσε εκείνες τη δύναμη και αυτοπεποίθηση για να πιστέψει ότι, στη «γη της Ρεάλ και της Μαδρίτης» μπορεί να γίνει κι εκείνη, όχι μόνο καλύτερη, αλλά και πλέον δυνατή, ισχυρή, όσο δικαιωματικά αλαζονική.

 Γιατί από την εποχή ακόμη του Κρόιφ, μετά των Ρομάριο, Ρονάλντο, Ροναλντίνιο ή Μέσι, και σήμερα του Γιαμάλ για την Καταλονία η «Μπάρτσα» δεν αντιπροσωπεύει μόνο το ποδοσφαιρικό της καμάρι, αλλά ένα ολόκληρο πολιτιστικό κίνημα, μία πολιτική ανάγκη και μία κοινωνική ευαισθησία. Μία υποσυνείδητη, κατά μία έννοια κραυγή προς τον δρόμο της πλήρους «Αυτονομίας».

 Ένας κόσμος υπερβολικά υπερήφανος, παραδοσιακός και διαφορετικός από τους υπόλοιπους. Μία ποδοσφαιρική ηγεμονία που χτίστηκε πάνω σ’ ένα αντί- συστηματικό κάστρο και όχι, όπως στην πρωτεύουσα σ’ ένα είδος «δυναστικής» επιβολής.

 Αυτή είναι ακριβώς και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη. Και στο πλαίσιο αυτής της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, δεν ήταν δυνατόν να μην συμπεριληφθούν και το χάρισμα ή η εκκεντρικότητα του Γερμανού «επαναστάτη» Χάνσι Φλικ.

 Του «θεωρητικού» που, ως βοηθού του Σεμπάστιαν Λεβ είχε βρεθεί πίσω από τη μεγαλύτερη νίκη στην Ιστορία της Γερμανίας (παράλληλα και τη μεγαλύτερη τραγωδία στην αντίστοιχη της ποδοσφαιρικής Βραζιλίας), όταν το ’14 τα «Πάντζερ» διέλυαν με 1-7 τους «Cariocas» στα ημιτελικά του δικού τους Μουντιάλ.

 Και που μετά, ως προπονητής της Μπάγερν Μονάχου πανηγύρισε το θρυλικό «Sextuple», τα έξι μαζεμένα τρόπαια του πρωταθλήματος, του κυπέλλου, του γερμανικού και του ευρωπαϊκού Σούπερ- Καπ, του Champions League και του παγκοσμίου Συλλόγων ισοφαρίζοντας τους Γκουαρντιόλα, Λουίς Ενρίκε που είχαν πετύχει το ίδιο, αλλά ειρωνεία της τύχης με τη Μπαρτσελόνα.

 Εάν πέρυσι οι «Blaugrana» ταξίδεψαν με 102 γκολ στο πρωτάθλημα και 43 στο Champions League, φέτος τα πάνε ακόμη καλύτερα γιατί η πρόβλεψη για τη Liga κάνει λόγο για 104 γκολ, ενώ στο Champions League είναι ήδη 30 σε 10 παιχνίδια, από τα οποία τα 22 στη League Phase και τα 8, συνολικά μόνο σε βάρος της Νιουκάσλ.

 Πίσω, βέβαια και με την απαράλλαχτη φιλοσοφία της πολύ υψηλής, με την έννοια της απομακρυσμένης άμυνας η ομάδα χοροπηδάει συχνά. Μετά όμως είναι τέτοιο το επιθετικό θέαμα, η ορμή και η δύναμη με την οποία σφίγγουν τον αντίπαλο που όχι μόνο αξίζει την τιμή του εισιτηρίου, αλλά για τους φιλάθλους έχει γίνει σχεδόν αντανακλαστικό να λένε μεταξύ τους ότι, «επιτέλους έχουμε έναν προπονητή που όχι μόνο αποφασίζει το πώς θα κερδίσουμε, αλλά με ποιον τρόπο θα δεχτούμε το γκολ». Καμία φορά όμως και τα εγγόνια, όσο κυρίως η ψυχική ηρεμία είναι πολύ σημαντικότερα από μία μπάλα…