Για όλα ευθύνεται, που λέει ο λόγος ο Μίροσλαβ Κλόζε και μία εντελώς τυχαία γνωριμία τους, το μακρινό 2003 κατά τη διάρκεια καλοκαιρινών διακοπών στην Ιταλία. Ο άλλοτε μεγάλος, Πολωνό- Γερμανός σκόρερ με τις φανέλες των Βέρντερ Βρέμης, Μπάγερν Μονάχου, Λάτσιο τότε ακόμη αγωνιζόταν στην Καϊζερσλάουτερν.

 Σε κάποια παραλία της Καλαβρίας το βλέμμα του έπεσε σε μία παρέα παιδιών που έπαιζαν ποδόσφαιρο, αλλά εκείνο που μαγνήτισε ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του ήταν ότι, από εκείνη την παρέα ξεχώριζε, με τα κόλπα και το ταλέντο του ένα κοριτσάκι.

 Το πλησίασε, μετά εντόπισε και τη μητέρα του και μ’ ευγενικό τρόπο τη ρώτησε: «Κυρία μου, με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά εάν η μικρή δεν παίζει ήδη σε κάποια ομάδα, μην καθυστερήσετε να την εγγράψετε οπουδήποτε γιατί είναι κρίμα να μην αποδείξει και καλλιεργήσει το απίστευτο ταλέντο της».

 Οι Βίτμαν έμειναν προς στιγμήν στήλη άλατος, μετά όμως (και σκεπτόμενοι ότι για να διαβλέπει μία τέτοια δυναμική ολόκληρος Κλόζε, κάτι θα σημαίνει) πείθονται και τη στέλνουν στη Στάινμπεργκ, του Κίπφενμπεργκ, την καλύτερη ποδοσφαιρική σχολή της Σαξονίας. Ο Κλόζε είχε δει σωστά και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, η Σαμπρίνα είχε καθιερωθεί ως αναντικατάστατο αμυντικό, δεξί μπακ- χαφ της Στάινμπεργκ.

 Παράλληλα όμως με το ποδόσφαιρο σπούδαζε Νομική και εργαζόταν ως βοηθός λογίστρια στην «Audi» γιατί, μπάλα είναι, κυλάει και δεν ξέρεις ποτέ που θα καταλήξει. Όχι μόνο εκείνη, αλλά και η καριέρα σου. Και σ’ ένα πρόγραμμα ανταλλαγής σπουδαστών βρέθηκε ξαφνικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, και στο Κεντάκι όπου της πρότειναν, σχεδόν αμέσως ν’ αναλάβει την τεχνική ηγεσία της, ανδρικής ποδοσφαιρικής ομάδας της ομώνυμης High- School.

 Είναι μόλις 22 ετών, αλλά εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιεί ότι, το να κάθεται στον πάγκο τελικά της αρέσει περισσότερο από το τρέχει στον αγωνιστικό χώρο και όταν επιστρέφει στη Γερμανία ζητάει από την Ίνγκολσταντ, τον τότε σύλλογό της να τη βοηθήσει να σπουδάσει τα μυστικά της προπονητικής. Κι αυτό ήταν.

 Η διοίκηση της εμπιστεύτηκε, πρώτα τη γυναικεία ομάδα Under 15, μετά την ανδρική Under 19. Και το ’24, όταν απέλυσε τον Μάικλ Κόλνερ της πρότεινε ν’ αναλάβει την κανονική, ανδρική ομάδα στα τέσσερα τελευταία παιχνίδια εκείνης της σεζόν.

 Ήταν ένα τολμηρό εγχείρημα, αλλά με δύο νίκες και δύο ισοπαλίες, τα πήγε πολύ καλύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις. Η ομάδα σώθηκε, της ανανέωσαν αυτόματα τη συνεργασία και την επόμενη χρονιά κατέκτησε το κύπελλο Βαυαρίας αποκτώντας το δικαίωμα να παίξει στο DFB- Pokal, εν ολίγοις το γερμανικό Κύπελλο.   

 Στα 34 της σήμερα, η Βίτμαν είναι η μοναδική προπονήτρια της Ιστορίας που παραμένει ακόμη, ύστερα από σχεδόν 2.5 χρόνια στον πάγκο ανδρικής, επαγγελματικής ομάδας.

 Υπήρξαν κι άλλες, αλλά η εμπειρία τους κράτησε μόνο λίγους μήνες κυρίως γιατί, έπρεπε καθημερινά ν’ απαντήσουν σε στερεότυπα και προκαταλήψεις του τύπου (και του Τύπου) «πως αισθάνεσαι που βρίσκεσαι στ’ αποδυτήρια με τόσους γυμνούς άνδρες μαζεμένους». «Τέλεια, είχε απαντήσει η Ίνκε Βούμπενχορστ της Κόπενμπουργκ, γιατί έχω τη δυνατότητα να επιλέξω την 11άδα με βάση το μέγεθος των μορίων τους». Απολύθηκε, την επομένη. Αν και είχε κάθε δικαίωμα να τσαντιστεί με την ερώτηση του κάθε άξεστου.

 Είχαν προ υπάρξει η Σέλι Κερ, στον πάγκο της, ανδρικής Στέρλινγκ, η Καρολίνα Μοράτσε (Βιτερμπέζε), η Κορίν Ντιάκρ που για δύο χρόνια κράτησε στη 2η κατηγορία την Κλερμόν, ενώ κάποια στιγμή, για τη μετά Γκάρεθ Σάουθγκεϊτ εποχή η αγγλική, ποδοσφαιρική Ομοσπονδία είχε σκεφτεί ν’ αναθέσει τον πάγκο των  «λιονταριών» στην Ολλανδή, Σαρίνα Βίγκμαν, αλλά για να μην ξεσπάσει ένα μέγα- σκάνδαλο μετά επέλεξαν τον Τόμας Τούχελ.

 Τη ζωή και την καριέρα της Σαμπρίνα παρακολουθεί, από μακριά και ο άνθρωπος που την ανακάλυψε, ο 47χρονος Μίροσλαβ Κλόζε, εδώ και δύο χρόνια προπονητής της Νυρεμβέργης.

 «Στην εποχή μου, μία γυναίκα να προπονεί άνδρες ήταν το λιγότερο ανήκουστο. Όχι όμως γιατί δεν θα υπήρχαν, αλλά γιατί καμία ομάδα δεν είχε το θάρρος να ποντάρει πάνω τους. Γι αυτό και, όχι μόνο εγώ, αλλά όλη η Γερμανία βγάζει το καπέλο στην Ίνγκολσταντ με την ελπίδα να τη συναντήσω σύντομα και στην 1η κατηγορία».

 Αυτή τη χρονιά, το τρένο της ανόδου πέρασε προ πολλού. Με 10 νίκες, 10 ισοπαλίες και 10 ήττες η ομάδα της Βίτμαν βρίσκεται στη μέση (11η ) της 3ης κατηγορίας, με 40 βαθμούς. Το γεγονός όμως και μόνο, ότι ανακάλυψε και προώθησε τέσσερα νέα ταλεντάκια που ήδη βρίσκονται στα ραντάρ της Εθνικής είναι ένα, περισσότεροι από αισιόδοξο μήνυμα, τόσο για το μέλλον της Ίνγκολσταντ, όσο εκείνου του κοριτσιού που το πεπειραμένο μάτι του Κλόζε είχε ξεχωρίσει 23 χρόνια νωρίτερα.