Κανένας Ντιέγκο Μαρτίνεθ δεν ευθύνεται για την εικόνα διάλυσης του Ολυμπιακού, όσο εκείνοι που τον επέλεξαν, λες και δεν ξέρουν ότι ένας Μουρίνιο ή ένας Γκουαρδιόλα συνήθως γεννιούνται μία φορά τα 100 χρόνια.

Αθροίζοντας το 0-3 στα χαρτιά, από τον Παναθηναϊκό και το 2-4, στον αγωνιστικό χώρο από τον ΠΑΟΚ καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, στα δύο τελευταία big- matches στο «Καραϊσκάκης» ο Ολυμπιακός υπέστη μία άνευ προηγουμένου πανωλεθρία.

Ένα θεωρητικό 2-7 ωστόσο, για το οποίο δεν ευθύνεται ο Ισπανός προπονητής που, παρεμπιπτόντως και ειρωνεία της τύχης είχε αποδειχθεί σχετικός μετά τη νίκη με την Ουέστ Χαμ και ξαφνικά άσχετος μετά την ήττα από τον ΠΑΟΚ. Ευθύνονται όσοι τον επέλεξαν, που συνεχίζουν να εμπιστεύονται την πορτογαλική ή την ισπανική αγορά στη, μάταιη και ουτοπική αναζήτηση ενός νέου Μουρίνιο ή ενός νέου Γκουαρδιόλα. Κάποιοι του βγήκαν, όπως για παράδειγμα κάποτε ο Μάρκος Σίλβα.

Το πρόβλημα δεν έχει να κάνει μόνο ως προς την επιλογή του προπονητή, αλλά και του τεχνικού διευθυντή και μετά των ποδοσφαιριστών.

Αυτές είναι και οι δύο νευραλγικές θέσεις γύρω από τις οποίες χτίζονται, σταδιακά όλες οι υπόλοιπες, σοβαρές ευρωπαϊκές ομάδες: τη θέση του προπονητή, που θα εισηγηθεί τις τρεις, το πολύ τέσσερις μεταγραφές που χρειάζεται κάθε σεζόν η ομάδα και του τεχνικού διευθυντή στο ακόμη περισσότερο δύσκολο, διπλό ρόλο να βρει φθηνούς και άγνωστους παίκτες η αξία των οποίων θα διπλασιαστεί έτσι ώστε, σε περίπτωση πώλησής τους ν’ αποκτήσει και ο σύλλογος τα οφέλη της λεγόμενης υπεραξίας. Δεν είναι εύκολη δουλειά. Δεν είναι τυχαία η συγκεκριμένη θέση στους μεγάλους συλλόγους: χρειάζονται πείρα, μάτι και ικανότητα. Ας πάρουμε το παράδειγμα της Αταλάντα: που πήρε τον παγκοσμίως άγνωστο Χόιλουντ με 7εκ. ευρώ και τον πούλησε στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ με 90. Η’ της Μπολόνια, που «ψώνισε» για παράδειγμα τον Μπεουκέμα με 800.000 ευρώ και τώρα ζητάει 40εκ.

 

Αυτά έκανε τα τελευταία χρόνια με μεγάλη επιτυχία και ο Ολυμπιακός. Πουλούσε και ξανά πουλούσε παίκτες φέρνοντας στα ταμεία της ομάδας πολλά περισσότερα απ’ όσα είχε ξοδέψει. Σαν τακτική όμως είναι λάθος. Γιατί δίνοντας κάθε χρόνο τους καλύτερους, αποδυνάμωνε το ρόστερ και μετά προσπαθούσε, με τον χ.ψ. άγνωστο να επανορθώσει περιμένοντας τα ίδια, θετικά αποτελέσματα. Και όταν εκείνα δεν έρχονταν, ποιος θα την πλήρωνε τη νύφη (;), ποιος άλλος, ο προπονητής.

Ο εκάστοτε, άσημος, έως άγνωστος προπονητής που πέρασε τα τελευταία χρόνια από του Ρέντη και που ωστόσο δεν φέρει καμία απολύτως ευθύνη για το εάν διέθετε ή όχι το λεγόμενο ηγετικό χάρισμα. Η’ το ταλέντο να χτίσει ένα σύνολο πειθαρχημένο, τόσο εντός, όσο εκτός γηπέδου.

Έχουμε ξανά τονίσει, ειδικά για τον Ολυμπιακό ότι χρειάζεται έναν άνθρωπο στρατιωτικής, σχεδόν εκπαίδευσης, όπως υπήρξαν οι Σάκι και Καπέλο για τη Μίλαν ή ο Κόντε για τη Γιουβέντους, την Τσέλσι και την Ίντερ. Που θα πάρει τους παίκτες από το αφτί και θα τους βάλει με το ζόρι, μπροστά σ’ έναν πίνακα για να τους διδάξει τακτική.

 Όπως είχε κάνει κάποτε και ο Μαλεζάνι στον Παναθηναϊκό. Μέχρι που κάποιος, από τους τότε «πρωτοκλασάτους» εξερράγη σούρνοντάς του τα εξ’ αμάξης. «Ποιος νομίζεις ότι είσαι, του είχε απαντήσει ο Ιταλός. Εδώ μάθαινα τακτική στον Μπατιστούτα, και απ’ ότι είδα δεν μου φαίνεσαι καλύτερος από εκείνον»…