Αθλητικό Σαν Σήμερα: Πάγωσε ο πλανήτης! Κατάρρευση ποδοσφαιριστή που έσβησε στο χορτάρι. Στις 25 Ιανουαρίου 2004, ένα ματς ρουτίνας στην Πορτογαλία μετατράπηκε σε παγκόσμιο σοκ. Ο Μίκλος Φέχερ, 24 ετών, επιθετικός της Μπενφίκα, κατέρρευσε στο χορτάρι στο εκτός έδρας παιχνίδι με τη Βιτόρια Γκιμαράες και λίγο αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή.

Η εικόνα που έμεινε χαραγμένη ήταν εκείνη η παράξενη, σχεδόν αθώα στιγμή πριν την τραγωδία: μια κίτρινη κάρτα για καθυστέρηση, ένα χαμόγελο – και ύστερα η πλάτη του προς την κάμερα, το σκύψιμο σαν να ζαλίζεται, και η πτώση. Το ποδόσφαιρο, σε ζωντανή μετάδοση, δεν προλαβαίνει να «κρυφτεί».

Η διάγνωση και το τέλος

Οι προσπάθειες των γιατρών στο γήπεδο ήταν άμεσες, αλλά δεν αρκούσαν. Το περιστατικό αποδόθηκε σε καρδιακή ανακοπή που συνδέεται με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια—μια πάθηση που μπορεί να μην δώσει προειδοποιητικά σημάδια και να εκδηλωθεί μοιραία σε έντονη άσκηση.

Ένα βιογραφικό που έδειχνε «άνοδο»

Ο Φέχερ γεννήθηκε στην Ταταμπάνια (20 Ιουλίου 1979) και ξεκίνησε από την Győri ETO, πριν τον πάρει η Πόρτο το 1998. Δεν «έδεσε» στο Ντραγκάο, αλλά στους δανεισμούς έβγαλε χαρακτήρα και γκολ: στη Μπράγκα έκανε την καλύτερη σεζόν του με 14 γκολ σε 26 ματς πρωταθλήματος (2000-01).

Το 2002 μετακόμισε στη Μπενφίκα, όπου μέτρησε συνολικά 30 συμμετοχές και 7 γκολ στο πρωτάθλημα.
Με την Εθνική Ουγγαρίας έφτασε τις 25 συμμετοχές / 7 γκολ, με κορυφαία στιγμή το χατ-τρικ στο 1-6 επί της Λιθουανίας (προκριματικά Μουντιάλ 2002, 11 Οκτωβρίου 2000).

Η αντίδραση της Μπενφίκα: τιμή, όχι λόγια

Η Μπενφίκα τίμησε τη μνήμη του με τρόπο απόλυτο: απέσυρε τη φανέλα με το Νο29, ώστε να μην ξαναφορεθεί από άλλον παίκτη.
Το κλαμπ κράτησε ζωντανή την ανάμνησή του και δημόσια, με αναφορές-ορόσημο κάθε χρόνο, ως μια πληγή που δεν κλείνει με ημερομηνίες.

Ο Μίκλος Φέχερ δεν πρόλαβε να γίνει αυτό που έδειχνε ότι μπορεί να γίνει. Πρόλαβε όμως να γίνει κάτι άλλο: σύμβολο για το πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στο παιχνίδι και στην απώλεια. Και γι’ αυτό, κάθε 25η Ιανουαρίου, το ποδόσφαιρο θυμάται—όχι τα γκολ του, αλλά εκείνο το «τελευταίο χαμόγελο» που πάγωσε τα πάντα.