Είναι θέμα «βαρεμάρας» και αδυναμίας προσαρμογής στη νέα τους ζωή ή απλά μία απεγνωσμένη προσπάθεια συντήρησης της υστεροφημίας τους; Δύσκολο ν’ απαντηθεί, ίσως και τα δύο: το βέβαιο είναι ότι στο τέλος επιστρέφουν γιατί ίσως, υποσυνείδητα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν φύγει ποτέ.

 Η Αμερικανίδα τενίστρια, εάν όχι η μεγαλύτερη, οπωσδήποτε η πλέον δυνατή, σε μυϊκή μάζα και αντοχή παίκτρια όλων των εποχών 4 χρόνια μετά το αντίο της στο Us Open ’22 αποφάσισε πως είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή να επιστρέψει και όχι απαραιτήτως να κερδίσει.

 Με ειδική wild card θα λάβει μέρος στο φημισμένο «Queen’s», ιστορικό θεσμό που ανέκαθεν προλογίζει το θρυλικό «Ουίμπλεντον» και ό,τι γίνει. Στη χειρότερη θα επιστρέψει στα παιδιά της, την 9χρονη Ολύμπια και την 6χρονη Αντίρα.

 Στην καλύτερη θα’ χει να θυμάται και να διηγείται ότι ύστερα από 73 τίτλους, 23 Grand Slam, 39 μαζί μ’ εκείνα στο «διπλό» ή το «Career Golden Slam» συμπεριλαμβανομένου και του χρυσού, ολυμπιακού μεταλλίου σε 18 χρόνια καριέρας ίσως να άξιζε, για την υστεροφημία της έστω, να κάνει μία τελευταία προσπάθεια.

 Το βέβαιο είναι ότι θα μείνει στην Ιστορία και για ένα επιπλέον λόγο: ως η 9η μαμά, πρώην Νο 1 του κόσμου που θα επιστρέψει στην ενεργό δράση μετά τις Μάργκαρετ Κόουρτ, Ιβόν Γκούλαγκονγκ, Λίντσεϊ Ντέιβενπορτ, Κιμ Κλάιστερς, Βικτόρια Αζαρένκα, Καρολίν Βοζνίατσκι, Αντζελίκ Κέρμπερ και Ναόμι Οσάκα.

 Για κάποιο λόγο, στον κόσμο του τένις οι επιστροφές μετά τα οριστικά αντίο είναι περισσότερο συνηθισμένες από άλλα αθλήματα. Η Μαρτίνα Ναβρατίλοβα είχε πει «stop» στα 39 της, μετά επέστρεψε στα 43 και 10 μήνες, ξανά σταμάτησε και πάλι επέστρεψε σχεδόν 50χρονη.

 Το ’81, στα 25 του και ύστερα από 6 Ρολάν Γκαρός και 5 –συνεχόμενα- Ουίμπλεντον ο Μπιόρν Μποργκ ξαφνικά παράτησε τα πάντα και απομονώθηκε με τους «δαίμονές» του και τις ταραχώδεις σχέσεις του, είτε με τη Ρουμάνα τενίστρια, Μαριάνα Σιμιονέσκου, είτε με την Ιταλίδα τραγουδίστρια Λορεντάνα Μπερτέ. Επέστρεψε το ’83, τα παράτησε και ξανά επέστρεψε το ’93 ήταν όμως πλέον το «φάντασμα» της «αρκούδας» (Borg, στα σουηδικά) που θα μπορούσε να είχε γράψει την Ιστορία του τένις.

 Σε αντίθεση με τον μεγάλο Σουηδό, η επιστροφή στα κορτς είχε αναγεννήσει πλήρως τον Αμερικανό Αντρέ Αγκάσι, που στα 27 του (λόγω… Μπρουκ Σιλντς) είχε βουτήξει στη δίνη των ναρκωτικών ουσιών, μετά καθοδηγήθηκε από τη Στέφι Γκραφ, στα 29 του θριάμβευσε σε Παρίσι, Νέα Υόρκη και στα 33 του στη Μελβούρνη. Επέστρεψε, αλλά με λιγότερη δόξα και ο Μίχαελ Σουμάχερ: τα είχε παρατήσει το 2006, αλλά από το ’10 έως το ’12 δεν άντεξε την πρόκληση όταν η Μερτσέντες είχε ζητήσει τη βοήθειά του για να διδάξει τους νεότερους.

 Υπήρξαν κι εκείνοι που είπαν δύο φορές «αντίο». Όπως ο Μάικλ Τζόρνταν, που το ‘93 το’ ριξε στο μπέιζμπολ και το ’99 στο γκολφ πριν αποσυρθεί οριστικά το 2003. Η’ η Αμερικανίδα σκιέρ, Λίντσεϊ Βον που κρέμασε τα σκι της το ’19 και επέστρεψε το ’24.

 Και στο μποξ υπήρξαν ιστορικές επιστροφές. Ο Μάικ Τάϊσον, στα 58 του, σε ρόλο κομπάρσου μεν, αλλά με 25εκ. δολάρια στην τσέπη. Ο Φλόιντ Μεϊγουέδερ, που είχε κρεμάσει τα γάντια του το ’17, αλλά το ’24 ξαναμπήκε σε ρινγκ.

 Ο Σόνι Λίστον, που είχε εξαφανιστεί το ’65, μετά τη μπουνιά «φάντασμα» του Μουχάμεντ Άλι, αλλά επέστρεψε το ’69 γιατί είχε ξεμείνει από χρήματα. Ο Τζορτζ Φόρμαν, το ’87, σχεδόν 17 χρόνια μετά το τελευταίου του match: προπονήθηκε όσο λίγοι και παρόλο που τα κόκαλά του έτριζαν με την παραμικρή κίνηση, το ’94 και σε ηλικία 45 ετών και 9 μηνών νικώντας τον Μάικλ Μουρ έγινε ο γηραιότερος παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών όλων των εποχών. Τα «Φαινόμενα», στο τέλος επιστρέφουν, ίσως όμως να μην είχαν φύγει ποτέ.