Με μια ευθεία, σχεδόν πολεμική πολιτική προτροπή, ο Αμερικανός αναλυτής Michael Rubin, ο οποίος έχει βαθιά πείρα σε θέματα της Μέσης Ανατολής, καθώς έχει υπηρετήσει στην περιοχή, υποστηρίζει ότι η Ινδία πρέπει να εγκαταλείψει τη λογική της «αυτοσυγκράτησης» και να περάσει στην αντεπίθεση απέναντι σε Πακιστάν και Τουρκία, φτάνοντας –όπως γράφει– μέχρι την υποστήριξη διαδικασιών που θα οδηγήσουν στη διάλυση των δύο κρατών. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 15 Φεβρουαρίου 2026 (15:00) και παρουσιάζει τον άξονα Ισλαμαμπάντ–Άγκυρας–Ντόχα ως βασικό μοχλό αποσταθεροποίησης στη Νότια Ασία, με ευρύτερες προεκτάσεις.

Ο Rubin ξεκινά από το Μπανγκλαντές, ερμηνεύοντας τις εκλογές της 12ης Φεβρουαρίου 2026 ως «τελικό στάδιο» ενός αργού πραξικοπήματος που –κατά τον ίδιο– δεν γεννήθηκε στους δρόμους της Ντάκα, αλλά «σε αίθουσα συνεδριάσεων της ISI». Γ ISI είναι η υπηρεσία πληροφοριών του Πακιστάν. Αμφισβητεί ευθέως την «αυθόρμητη» φύση των φοιτητικών κινητοποιήσεων που οδήγησαν στην απομάκρυνση της Σεΐχ Χασίνα και προχωρά σε έναν βαρύ ισχυρισμό: ότι οι νεκροί φοιτητές δεν προήλθαν από αστυνομική καταστολή, αλλά από πυρά με 7,62 χιλιοστών (AK-47) που, όπως υποστηρίζει, παραπέμπουν σε εξωτερική τροφοδοσία οπλισμού, πιθανώς μέσω της πακιστανικής διπλωματικής παρουσίας στη χώρα.

Στο ίδιο πλαίσιο, συνδέει την πολιτική ανατροπή με την ανάκαμψη ισλαμιστικών δυνάμεων, σημειώνοντας ότι με το Awami League εκτός νόμου και οργανώσεις όπως η Jamaat-e-Islami να ανακτούν έδαφος, το Ισλαμαμπάντ επαναφέρει τη συζήτηση για τον πόλεμο του 1971 και επιχειρεί –κατά την οπτική του– να «ανατρέψει το αποτέλεσμά του», επαναφέροντας το Μπανγκλαντές σε κατάσταση «Ανατολικού Πακιστάν», έστω «σε πνεύμα».

Από εκεί και πέρα, ο Rubin μεταφέρει το βάρος στην Ινδία και τις επιλογές της. Υποστηρίζει ότι το Νέο Δελχί έχει ξεπεράσει την «κόκκινη γραμμή», καθώς –όπως γράφει– η πακιστανική στήριξη σε τρομοκρατικές ομάδες στο Κασμίρ και σε αυτονομιστές του Χαλιστάν, μαζί με την «επιχείρηση Μπανγκλαντές», αποτελούν στρατηγική απειλή που δεν αντιμετωπίζεται με διπλωματικές ευγένειες. Κατηγορεί την ινδική πλευρά ότι παγιδεύεται σε ένα σχήμα «σεβασμού κανόνων», την ώρα που, σύμφωνα με τον ίδιο, η ISI και αυταρχικά καθεστώτα αξιοποιούν ακριβώς αυτό: «επικαλούνται δημοκρατία και διπλωματικούς κανόνες» ενώ δρουν υπογείως.

Στον πυρήνα του επιχειρήματος, το Πακιστάν περιγράφεται ως «αποτυχημένο κράτος» που θα ήταν αδύναμο μόνο του, αλλά ενισχύεται –όπως ισχυρίζεται– από οικονομική και στρατιωτική στήριξη του Κατάρ, της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, τις οποίες βαφτίζει «νέο Άξονα των Ιχουάν». Παράλληλα, προσθέτει την Κίνα ως παράγοντα που «επιθυμεί αποδυναμωμένη» την Ινδία. Το συμπέρασμα που εξάγει είναι ωμό: το Πακιστάν λειτουργεί σαν «δηλητηριώδες στιλέτο» που διάφορες χώρες χρησιμοποιούν για έναν «γκρίζο πόλεμο» κατά της Ινδίας.

Η Τουρκία μπαίνει στο κάδρο όχι ως περιφερειακός παίκτης, αλλά ως ιδεολογικός επιταχυντής. Ο Rubin υποστηρίζει ότι Άγκυρα και Ντόχα, σε συντονισμό με το Ισλαμαμπάντ, επιχειρούν να επηρεάσουν τους πάνω από 200 εκατ. μουσουλμάνους της Ινδίας. Περιγράφει τον Ερντογάν ως φορέα ενός νεο-οθωμανικού σχεδίου που συνεργάζεται με το Πακιστάν για ένα «νεο-μουγκάλ» αφήγημα στη Νότια Ασία, επιμένοντας ότι ο Τούρκος πρόεδρος, ως «ένθερμος οπαδός» της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, δεν αποδέχεται μια τάξη πραγμάτων όπου «μη μουσουλμάνοι» ασκούν εκλογική εξουσία επί μουσουλμάνων.

Ακολουθεί η πιο εκρηκτική πρόταση: «ηθική σαφήνεια και αμοιβαιότητα». Ο Rubin χαρακτηρίζει την Ινδία «νόμιμο κράτος» και το Πακιστάν «τεχνητό δημιούργημα» που συγκροτείται μόνο από τη θρησκεία και την επιβολή κεντρικής εξουσίας. Παραθέτει εσωτερικές ρωγμές (Παστούν, Μπαλουχιστάν, Σιντ, Γκιλγκίτ) και προτείνει η Ινδία να εξετάσει ακόμη και πολιτικές «αναγνώρισης νόμιμων εκπροσώπων» περιοχών που –κατά τον ίδιο– τελούν υπό καταναγκασμό, κάνοντας αναλογία με τη στάση των ΗΠΑ έναντι της σοβιετικής κατοχής των Βαλτικών χωρών.

Για την Τουρκία, εισηγείται «αμοιβαιότητα» μέσω του κουρδικού ζητήματος: να υποδεχθεί Κούρδους φοιτητές και να ενισχύσει πολιτιστικά/πολιτικά την κουρδική ταυτότητα απέναντι στον αυταρχισμό της Άγκυρας. Στο πιο αιχμηρό σημείο, αναφέρει ακόμη και το ενδεχόμενο επαφών με πρώην μέλη του PKK και προβάλλει τη θέση ότι ευρωπαϊκά δικαστήρια το αντιμετωπίζουν ως «νόμιμη εξέγερση», ενώ υποστηρίζει πως οι ΗΠΑ το ενέταξαν σε λίστες τρομοκρατίας κατόπιν τουρκικής απαίτησης.

Το κείμενο κλείνει όπως άνοιξε: με τη θέση ότι «η διάλυση του Πακιστάν» θα ήταν «χάρη στον κόσμο» και ότι η Τουρκία, ως «μηχανή ριζοσπαστισμού», πρέπει να «διδαχθεί ένα μάθημα», γιατί «η αλαζονεία του Ερντογάν θα αυξάνεται έως ότου κάποιος την ανακόψει».