Ισχυρό πολιτικό και διπλωματικό αποτύπωμα αποκτά η απάντηση της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική Κάγια Κάλας στο ζήτημα των τουρκικών NAVTEX στο Αιγαίο, μετά τη γραπτή ερώτηση που είχε καταθέσει ο ευρωβουλευτής Νικόλας Φαραντούρης στα τέλη Ιανουαρίου. Στην επίσημη ερώτησή του προς την Κομισιόν, ο Έλληνας ευρωβουλευτής είχε θέσει το θέμα των τουρκικών μακράς διάρκειας NAVTEX στο Αιγαίο, υποστηρίζοντας ότι η εργαλειοποίηση του συστήματος ναυτιλιακών προειδοποιήσεων παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και προσλαμβάνει ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς αφορά περιοχές κράτους-μέλους της ΕΕ.

Η ουσία της ευρωπαϊκής τοποθέτησης είναι ότι η Άγκυρα καλείται να αποφεύγει απειλές και ενέργειες που βλάπτουν τις σχέσεις καλής γειτονίας και να σέβεται την κυριαρχία όλων των κρατών-μελών, τόσο επί της χωρικής τους θάλασσας και του εναέριου χώρου όσο και ως προς τα κυριαρχικά τους δικαιώματα, περιλαμβανομένου του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης φυσικών πόρων σύμφωνα με το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο και ειδικά με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Στην ίδια επίσημη γραμμή, η Κομισιόν επισημαίνει ότι η Τουρκία συνέχισε να εκδίδει συστηματικά «γενικές προειδοποιήσεις ναυσιπλοΐας» που αμφισβητούν την ελληνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία της Ελλάδας.

Στρίμωξε την Κάλας ο Φαραντούρης! Πήρε θέση υπέρ Ελλάδας και κατά Τουρκίας

Η διατύπωση αυτή θεωρείται ιδιαιτέρως βαριά για την τουρκική πρακτική, καθώς δεν μένει σε γενικόλογες εκκλήσεις για ηρεμία, αλλά συνδέει ευθέως τις τουρκικές κινήσεις με αμφισβήτηση κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων κράτους-μέλους. Αυτό είναι και το στοιχείο στο οποίο στηρίζεται πολιτικά ο Νικόλας Φαραντούρης, ο οποίος χαρακτηρίζει την απάντηση «κόλαφο» για την τουρκική αναθεωρητική πρακτική και ταυτόχρονα ευρωπαϊκή επιβεβαίωση των ελληνικών θέσεων.

Μετά την ευρωπαϊκή απάντηση, ο Έλληνας ευρωβουλευτής κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να μην επιλέξει γραμμή αναμονής, να μην περιορίζει τη συζήτηση στα 6 ναυτικά μίλια και να αποφύγει επιλογές που, κατά τον ίδιο, δημιουργούν εικόνα ανοχής απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις. Η παρέμβασή του συνδέει πλέον άμεσα την ευρωπαϊκή ρητορική με την ανάγκη πιο ενεργητικής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Σε κάθε περίπτωση, η σημασία της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο μιας κοινοβουλευτικής ανταλλαγής, αλλά στο ότι η ΕΕ επαναφέρει με επίσημο τρόπο το πλαίσιο: σεβασμός της κυριαρχίας των κρατών-μελών, αποφυγή μονομερών ενεργειών και προσήλωση στο Δίκαιο της Θάλασσας. Σε μια περίοδο που η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανίσει τις NAVTEX ως εργαλείο κανονικότητας στο Αιγαίο, η ευρωπαϊκή αυτή διατύπωση λειτουργεί ως σαφής υπενθύμιση ότι το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, αλλά βαθιά πολιτικό και κυριαρχικό.