Τον αποκαλούσαν «Dada’» και μάλιστα «Maravilha» (φανταστικός) γιατί όποια μπαλιά κι αν ερχόταν προς το μέρος του, κατά λάθος, από σουτ ή σέντρα έβρισκε τον τρόπο να τη στέλνει στα δίκτυα. Και μάλιστα χωρίς να κουράζεται ιδιαίτερα: σχεδόν ακίνητος, αλλά χάρη σε μία σπάνια αλτικότητα που του είχε χαρίσει η Φύση.

 Παρόλο που τα βραζιλιάνικα αλμανάκ έχουν τη φερεγγυότητα ενός ωροσκόπου, γράφτηκε ότι με τα 926 γκολ που πέτυχε από το ’67 έως το ’86, με 17 (!) διαφορετικές ομάδες είναι ο 3ος μεγαλύτερος, Βραζιλιάνος σκόρερ όλων των εποχών, μετά τους Πελέ (1281) και Ρομάριο (1002).

 Το ’70, ο Νταντά στέφθηκε στο Μεξικό και παγκόσμιος πρωταθλητής, αλλά χωρίς να παίξει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Ήταν ο αγαπημένος του τότε δικτάτορα, Εμίλιο Γκαραστάζου Μέντιτσι που αφού τον επέβαλλε, με το έτσι θέλω στον ομοσπονδιακό τεχνικό Σαλντάνια, προκαλώντας την άμεση παραίτησή του, τον επέβαλλε με το ζόρι και στον αντικαταστάτη του, Μάριο Ζαγκάλο. Ο οποίος φέρθηκε πολύ περισσότερο έξυπνα, όσο πονηρά: «Εντάξει, του είχε πει. Θα τον πάρω μαζί μου στην αποστολή για το Μεξικό, αλλά δεν πρόκειται να παίξει ούτε δευτερόλεπτο». Όπως ακριβώς και έγινε.              

 Για τη Βραζιλία πάντως, θα παραμείνει ανέκαθεν ένας μύθος. Κυρίως για το ότι κατάφερε να γίνει, ό,τι έγινε από το τίποτα και το απόλυτο μηδέν. Ο πατέρας του εξαφανίστηκε την ημέρα της γέννησής του, ενώ η μάνα του, βρήκε μία μέρα ένα πιστόλι και αυτοκτόνησε μπροστά του.       

 Ο Νταντά ήταν μόλις 5 ετών, εντελώς μόνος και έρημος στον κόσμο και για να επιβιώσει ανάμεσα στα σκουπίδια των «favellas», τη μιζέρια, τη βία και την εξαθλίωση έκανε ό,τι μπορούσε ή εφεύρε και αυτοσχεδίαζε ό,τι θεωρούσε καλύτερο: την πρώτη του ληστεία στα 7 και την πρώτη του ένοπλη στα 12.

 Μεταμορφωνόταν, σταδιακά σε κανονικότατο εγκληματία. Κάθε τόσο, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά της συμμορίας κλωτσούσε μία μπάλα, ξυπόλητος, στους δρόμους, στα βράχια ή την άμμο της Γκουαναμπάρα, μίας από τις ατελείωτες παραλίες του Ρίο ντε Ζανέιρο μέχρι που από… ψηλά του’ ρθε εκείνο το μήνυμα που θα του άλλαζε για πάντα τη ζωή. Εν αγνοία του, τον παρακολουθούσε επί ώρες ένας σκάουτερ της Ατλέτικο Μινέιρο που εντυπωσιάστηκε και ενθουσιάστηκε, τον πλησίασε, γνωρίστηκαν κι αυτό ήταν.

 Τα πέντε χρόνια παραμονής με την ομάδα του Μπέλο Οριζόντε ήταν και τα ωραιότερα της καριέρας του, με 123 γκολ σε 182 παιχνίδια. Μετά έπαθε πνευμονία και οι γιατροί του συνέστησαν να προσέχει, να μην τρέχει και να μην ιδρώνει πολύ.

 Συμβουλή, που ακολούθησε κατά κόρον: συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο, αλλά ούτε έτρεχε, ούτε ίδρωνε, ούτε κυνηγούσε τη μπάλα: καθόταν στην περιοχή και περίμενε. Και ως δια μαγείας, την κατάλληλη στιγμή πάντα έβρισκε τον τρόπο να τη στέλνει στα δίκτυα.

 Στην καριέρα του πέτυχε 926 γκολ με 13 διαφορετικές ομάδες πηγαινοερχόμενος 4 φορές στην Ατλέτικο Μινέιρο, ενώ αγωνίστηκε και στις Φλαμένγκο, Πόντε Πρέτα, Ιντερνασιονάλ, Νάουτικο, Κοριτίμπα, συν 7 συμμετοχές στην εθνική Βραζιλίας, αλλά με μηδέν γκολ.

 Απόλυτα λογικό, η Βραζιλία της εποχής να χόρευε στους ρυθμούς της θρυλικής 3άδας των Βαβά, Ντιντί και Πελέ (που είχε γίνει και ομώνυμο τραγούδι), που μαζί με τους Γκαρίντσα, Ζαγκάλο όχι μόνο σχημάτιζαν μία από τις πλέον δυνατές 5άδες στην Ιστορία του ποδοσφαίρου, αλλά είχαν χαρίσει στους «Cariocas» και δύο συνεχόμενα Μουντιάλ: του ’58 και του ’62.  

 Παρόλα αυτά και η δημοτικότητα του Νταντά ήταν ανέκαθεν στα ύψη, αρκεί να θυμίσουμε ένα σλόγκαν που φώναζαν ρυθμικά οι οπαδοί της Ατλέτικο Μινέιρο: «Ο Θεός μπορεί να είναι στον ουρανό, ο Πάπας στο Βατικάνο, ο Νταντά όμως θα βρίσκεται πάντα στην αντίπαλη περιοχή».