Βρισκόμαστε στην Αργεντινή του ’78. Εν μέσω ενός ποδοσφαιρικού Μουντιάλ που για τους διοργανωτές, και τον αιμοβόρο δικτάτορά τους, Ραφαέλ Βιντέλα η επιτακτική ανάγκη ενός καθολικού θριάμβου δεν είναι μόνο ζήτημα ζωής, αλλά δυστυχώς και θανάτου.

 Αργεντινή και Βραζιλία οδηγούν την κορυφή του Β’ ομίλου με 3 βαθμούς και μ’ ένα παιχνίδι λιγότερο: όποιος τερματίσει πρώτος, θα παίξει στον μεγάλο τελικό. Όποιος δεύτερος στον «μικρό», για την 3η θέση.

 Η κρίσιμη ημέρα είναι η 21η Ιουνίου. Η Βραζιλία παίζει το μεσημέρι, στη Μεντόσα με την Πολωνία και η Αργεντινή τρεις ώρες αργότερα, στο Ροζάριο με το Περού γνωρίζοντας ποιο ακριβώς αποτέλεσμα θα πρέπει να φέρει για να διεκδικήσει το παγκόσμιο κύπελλο.

 Στο μεταξύ η «Selecao» θα νικήσει 3-1, που σημαίνει ότι η… «Seleccion» θα χρειαστεί νίκη με τουλάχιστον 4 γκολ διαφοράς για να τερματίσει πιο πάνω από τη Βραζιλία: ήρθαν 6 και κάπως έτσι γεννιέται και ο μύθος της Περουβιανής «μαρμελάδας». Γιατί όμως;

 Γιατί ο τερματοφύλακας του Περού, 25χρονος τότε Ραμόν Κουϊρόγκα ήταν Αργεντινός, και μάλιστα γεννημένος στο Ροζάριο, αλλά για προσωπικούς λόγους είχε μεταναστεύει στη Λίμα αποκτώντας μάλιστα, ένα μόλις χρόνο πριν το Μουντιάλ και την Περουβιανή υπηκοότητα.

 Ποιος θα ήταν, λοιπόν (εάν όχι ο ίδιος) ο ευκολότερος στόχος των Βραζιλιάνων που μέρες πριν, αλλά και μήνες μετά φώναζαν και διαμαρτύρονταν για το κλασικότερο των στημένων;

 Η ειρωνεία είναι πως, από εκείνο το 6-0 του Ροζάριο και τα έξι γκολ των Αργεντινών, ο Κουϊρόγκα δεν είχε την παραμικρή ευθύνη, το αντίθετο. Δεν του γλίστρησε ποτέ καμία μπάλα, μέσα από τα χέρια ή τα πόδια. Δεν πέτυχε κανένα αυτογκόλ και δεν ευνόησε κανέναν αντίπαλο. Αλλά από μόνο του, το γεγονός ότι ήταν Αργεντινός έφτανε και περίσσευε για να γιγαντώσουν οι υποψίες γύρω από την «αφερέγγυα»  εμφάνισή του, πόσο μάλλον όταν συνοδεύτηκε από έξι γκολ.

 Πολλά χρόνια αργότερα, 65χρονοι πλέον ο τότε μέσος επιθετικός του Περού, Χοσέ Βελάσκεζ και ο συμπαίκτης του, Χερμάν Λεγκουϊα επιχείρησαν, σε συνέντευξή τους στην εφημερίδα «Trome» να ρίξουν κάποιο φως γύρω από τη «μαρμελάδα του Ροζάριο» αποκαλύπτοντας πράματα και θάματα που μέχρι τότε ορθώς δεν είχαν ειπωθεί και, πάλι ορθώς ουδείς έπρεπε να ξεστομίσει.

 Εν ολίγοις, ότι εκείνο το 6-0 «στήθηκε» από 4 παίκτες του Περού (τους Μάντσο, Γκορίτι, Μουνάντε, αλλά και τον Κουϊρόγκα). Τον ομοσπονδιακό τεχνικό, Καλντερόν, συν τρεις παράγοντες της Ομοσπονδίας, ύστερα από προσωπική επίσκεψη του Βιντέλα στα αποδυτήρια, με παρόντα μάλιστα τον Χένρι Κίσιντζερ, πανίσχυρο τότε Υπουργό Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών που πριμοδοτούσε στρατιωτικά καθεστώτα στη Λατινική Αμερική για να πνίξει, εν τη γενέσει τους την οποιαδήποτε κομμουνιστική απειλή.     

 Ο Βελάσκεζ, βέβαια επισήμανε ακόμη ότι ο «Στρατηγός» τους είχε τάξει και χρηματικό πριμ, 10.000 δολαρίων στον καθένα. Ποσό, φυσικά που έμεινε ως «υποσχετική» και το οποίο ούτε που εισέπραξε, ούτε και τόλμησε να διεκδικήσει ουδέποτε κανείς τους.

 Όσον αφορά τον Κουϊρόγκα πάντως, 75άρης σήμερα και χαμηλόμισθος συνταξιούχος παραμένει έκτοτε στο Περού όπου μέχρι το ’12 προπόνησε, μάλιστα με επιτυχία αρκετές ομάδες. Χωρίς ποτέ του να κολυμπάει στον πλούτο, πόσο μάλλον στα 10.000 δολάρια που του υποσχέθηκε (…Λέγεται πως… Ίσως… Γράφτηκε ότι…), κάποτε ο Βιντέλα.