Η άνοδος της Αμέντσπορ στη Super League της Τουρκίας δεν προκάλεσε μόνο ποδοσφαιρική συζήτηση. Άνοιξε ξανά ένα βαθύ πολιτικό και ταυτοτικό ζήτημα, που ξεπερνά τα όρια του γηπέδου και αγγίζει την ίδια τη σχέση του τουρκικού κράτους με το κουρδικό στοιχείο, τις μνήμες της Ανατολίας και τη σύγκρουση γύρω από την έννοια της εκπροσώπησης.
Η Αμέντσπορ, ομάδα με έδρα το Ντιγιαρμπακίρ, βρέθηκε στο επίκεντρο μετά την επιβεβαίωση της ανόδου της στη μεγάλη κατηγορίαö μετά την ισοπαλία με την Ιγκντίρ ΦΚ. Η Γαλατασαράι, η Φενερμπαχτσέ και η Μπεσίκτας, τρεις από τις τέσσερις μεγάλες ομάδες του τουρκικού ποδοσφαίρου, έσπευσαν να τη συγχαρούν. Μέχρι και ο πρόεδρος της Τουρκία, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν συνεχάρη τη νεωφότιστη. Αντιθέτως, η Τράμπζονσπορ δεν ακολούθησε την ίδια γραμμή, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις αλλά και επιδοκιμασίες από μεγάλη μερίδα των οπαδών της.
Η στάση της ομάδας της Τραπεζούντας ερμηνεύθηκε από πολλούς ως πολιτική επιλογή και όχι απλώς ως σιωπή. Σε ένα περιβάλλον όπου το ποδόσφαιρο στην Τουρκία λειτουργεί συχνά ως πεδίο ιδεολογικών και εθνοτικών αντιπαραθέσεων, η μη αποστολή συγχαρητηρίων προς την Αμέντσπορ πήρε διαστάσεις συμβολικής τοποθέτησης.
Η σχέση με Οτσαλάν και PKK
Το κλίμα έγινε ακόμη πιο φορτισμένο μετά τη δημοσιοποίηση πλάνων από πανηγυρισμούς οπαδών της Αμέντσπορ, στους οποίους, σύμφωνα με τουρκικές αναφορές, ακούστηκαν συνθήματα υπέρ του Αμπντουλάχ Οτσαλάν. Η εικόνα αυτή προκάλεσε σφοδρή κριτική στην Τουρκία, καθώς ο Οτσαλάν, ηγέτης του PKK, παραμένει για το τουρκικό κράτος και μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινής γνώμης το απόλυτο σύμβολο της ένοπλης κουρδικής σύγκρουσης με την Άγκυρα.
Η αντιπαράθεση δεν είναι νέα. Κατά τη θητεία του ως υπουργός Εσωτερικών, ο Σουλεϊμάν Σοϊλού είχε στοχοποιήσει ευθέως την Αμέντσπορ. Σε συνάντηση των διοικητών της Επαρχιακής Χωροφυλακής, που πραγματοποιήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2019 στο αρχηγείο της Γενικής Διοίκησης Χωροφυλακής στο Μπεστέπε, είχε υποστηρίξει ότι το Καντίλ ενδιαφερόταν άμεσα για τη χρηματοδότηση της ομάδας.
Ο Σοϊλού είχε αναφερθεί ονομαστικά στον Τζεμίλ Μπαγίκ, κορυφαίο στέλεχος του PKK, ισχυριζόμενος ότι έδινε οδηγίες για την εξεύρεση 400.000 έως 500.000 τουρκικών λιρών τον μήνα υπέρ της Αμέντσπορ. «Ένα αθλητικό σωματείο που έχει λάβει απευθείας οδηγίες από τρομοκρατική οργάνωση. Μπορεί κάτι τέτοιο να είναι δυνατό;» είχε δηλώσει τότε, συνδέοντας ανοιχτά την ομάδα με πολιτικό και τρομοκρατικό υπόβαθρο.
Η διαδικασία εξομάλυνσης με τους Κούρδους και η ιστορία
Οι ισχυρισμοί αυτοί επανέρχονται σήμερα στη δημόσια συζήτηση, ακριβώς επειδή η Αμέντσπορ περνά πλέον στο κεντρικότερο ποδοσφαιρικό προσκήνιο της Τουρκίας. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο αθλητικό. Είναι πολιτικό! Μπορεί μια ομάδα που ταυτίζεται από πολλούς με την κουρδική ταυτότητα και από άλλους με ύποπτες σχέσεις με το PKK να σταθεί στη Super League χωρίς η παρουσία της να μετατραπεί σε πεδίο σύγκρουσης. Κατά κάποιους αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την προσπάθεια που γίνεται στην Τουρκία για την εξομάλυνση των σχέσεων με τους Κούρδους. Κάτα κάποιους άλλους, η ένταση που παράγουν αθλητικά γεγονότα ίσως αποτελέσει τροχοπέδη σε αυτήν τη διαδικασία.
Η ίδια η έδρα της ομάδας έχει τεράστιο ιστορικό βάρος. Το Ντιγιαρμπακίρ είναι η αρχαία Άμιδα, όπως ήταν το ελληνικό της όνομα, πόλη της Άνω Μεσοποταμίας, χτισμένη στις όχθες του Τίγρη. Υπήρξε σημαντικό οχυρό κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο, στρατηγικό πέρασμα και ισχυρή οχυρωμένη θέση. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι το έμβλημα της Αμέντσπορ είναι ο "δικέφαλος" αετός. Η ιστορία της πόλης δεν είναι περιφερειακή λεπτομέρεια. Είναι μέρος της βαθιάς ιστορικής μνήμης μιας περιοχής όπου αυτοκρατορίες, λαοί, θρησκείες και ταυτότητες συγκρούστηκαν επί αιώνες.
Ο «Δικέφαλος της αντίστασης των Κούρδων»
Ο Νίκος Αγγελίδης, στο βιβλίο «Όλες οι ΑΕΚ του κόσμου», παρουσιάζει την "Amed SK" ως κάτι πολύ περισσότερο από έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο. Τη χαρακτηρίζει ουσιαστικά ως «δικέφαλο της αντίστασης των Κούρδων», μια ομάδα με έδρα το Ντιγιαρμπακίρ, στην καρδιά του τουρκικού Κουρδιστάν, η οποία φέρει στο έμβλημά της τον δικέφαλο αετό και έχει ταυτιστεί με την κουρδική ταυτότητα και την πολιτική έκφραση απέναντι στην τουρκική κρατική πίεση. Σημειώνει ότι η ομάδα, που παλαιότερα ονομαζόταν "Diyarbakır Büyükşehir Belediyespor", μετονομάστηκε σε Amed SK, χρησιμοποιώντας την κουρδική ονομασία του Ντιγιαρμπακίρ, κάτι που δεν είδαν με καλό μάτι οι τουρκικές αρχές και η ποδοσφαιρική ομοσπονδία.
Παράλληλα, ο Αγγελίδης συνδέει την ομάδα με το βαθύ ιστορικό φορτίο της πόλης. Υπενθυμίζει ότι τη βίαιη ιστορία της περιοχής, από τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 έως τις κουρδικές εστίες αντίστασης και τις εκκαθαρίσεις του τουρκικού στρατού μετά το 1925. Έτσι, η Amed SK παρουσιάζεται όχι απλώς ως ποδοσφαιρική ομάδα, αλλά ως φορέας μνήμης, ταυτότητας και αντίστασης μιας περιοχής με βαριά ιστορική διαδρομή.
Σύμβολο ταυτότητας σαν την Τραμπζονσπόρ
Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται και το άρθρο του Ταμέρ Τσιλινγκίρ στην ιστοσελίδα Pontos Gerçek, δηλαδή «Η αλήθεια του Πόντου». Ο Τσιλινγκίρ, ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, υπερασπιστής του αγώνα για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων και αυτοεξόριστος στην Ελβετία, απ'τον οποίο είχα την τιμή να πάρω συνέντευξη το 2017 για το Newpost.gr, η οποία ήταν η πρώτη του στην Ελλάδα, προσέγγισε τη στάση της Τράμπζονσπορ μέσα από ένα διαφορετικό, πιο ιστορικό και ταυτοτικό πρίσμα.
Στο άρθρο του με τίτλο «AMEDSPOR: 1 TRABZONSPOR: 1», ο Τσιλινγκίρ επιχειρεί να συγκρίνει δύο ποδοσφαιρικές ιστορίες που, κατά την άποψή του, συναντιούνται στο πεδίο της περιφέρειας απέναντι στο κέντρο. Η Τράμπζονσπορ, γράφει, δεν υπήρξε για πολλούς απλώς μια ομάδα. Από τη δεκαετία του 1970 εξέφρασε την αντίδραση απέναντι στο ποδοσφαιρικό κατεστημένο της Κωνσταντινούπολης και στους «τρεις μεγάλους». Για πολλούς εκτός Τραπεζούντας, το να υποστηρίζεις την Τράμπζονσπορ σήμαινε ότι αρνείσαι την απόλυτη κυριαρχία του κέντρου.
Όμως για τους ίδιους τους Τραπεζούντιους, σημειώνει ο Τσιλινγκίρ, η Τράμπζονσπορ έχει βαθύτερη σημασία. Δεν είναι μόνο ποδοσφαιρική επιτυχία ή αντίδραση στο κατεστημένο. Είναι τρόπος έκφρασης μιας πόλης που αισθάνεται ότι έχει δική της ταυτότητα, δική της ιστορική θέση και δικό της τρόπο να μιλά μέσα στην Τουρκία. Η ομάδα λειτουργεί ως μέσο εκπροσώπησης. Όχι απλώς ως σύλλογος, αλλά ως φωνή.
Ο Τσιλινγκίρ υποστηρίζει ότι κάτι ανάλογο, με διαφορετικό όμως τρόπο, συμβαίνει σήμερα με την Αμέντσπορ. Η ομάδα του Ντιγιαρμπακίρ δεν εκφράζει έμμεση αντίδραση, όπως έκανε κάποτε η Τράμπζονσπορ απέναντι στο ποδοσφαιρικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Εκφράζει, κατά τον ίδιο, άμεσο αίτημα ορατότητας. Με το όνομά της, τα χρώματά της, τη γλώσσα των οπαδών της και τη θέση της στο τουρκικό ποδόσφαιρο, η Αμέντσπορ γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας που διεκδικεί παρουσία στο προσκήνιο.
Εκεί βρίσκεται και η πιο αιχμηρή πλευρά της ανάλυσής του. Η αναμέτρηση Τράμπζονσπορ - Αμέντσπορ, σύμφωνα με τον Τσιλινγκίρ, δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αγώνας. Είναι η συνάντηση μιας παλαιότερης περιφερειακής αντίδρασης με ένα σημερινό, ανοιχτό αίτημα εκπροσώπησης. Από τη μία, μια ομάδα που κάποτε εξέφρασε το «κι εμείς υπάρχουμε» απέναντι στην Κωνσταντινούπολη. Από την άλλη, μια ομάδα που σήμερα φέρνει στο γήπεδο το ζήτημα της κουρδικής ορατότητας.
Ο Τσιλινγκίρ κλείνει το άρθρο του με μια χαρακτηριστική φράση, ότι θα ήθελε να ξυπνήσει σε μια μέρα όπου οι οπαδοί της Τράμπζονσπορ θα χειροκροτούν όρθιοι την Αμέντσπορ όταν θα βγαίνει στον αγωνιστικό χώρο. Ακόμη κι αν, όπως γράφει, εκείνη τη φορά ίσως χαρούν για πρώτη φορά με ήττα της Τράμπζονσπορ. Μάλιστα στην κεντρική φωτογραφία του σχετικού κειμένου δείχνει μια εικόνα - προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης- στην οποία οι οπαδοί των δύο ομάδων βρίσκονται πλάι πλάι, ενώ χαρακτηριστικό είναι το μήνυμα στο πανό που λέει "Διαφορετικά χρώματα - ίδιος έρωτας" (farklı renkler aynı sevda").
Η Αμέντσπορ δεν ανεβαίνει απλώς κατηγορία. Φέρνει μαζί της όλο το βάρος του κουρδικού ζητήματος, της τουρκικής κρατικής καχυποψίας, των κατηγοριών περί PKK, της ιστορικής ταυτότητας του Ντιγιαρμπακίρ και της σύγκρουσης ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια.
Η Super League της Τουρκίας αποκτά έναν νέο ποδοσφαιρικό παίκτη, αλλά μαζί του εισέρχεται στο γήπεδο και ένα παλιό, ανοιχτό εθνικό ζήτημα. Και εκεί αρχίζει το πραγματικό ντέρμπι. Όχι αυτό των 90 λεπτών, αλλά εκείνο της μνήμης, της ταυτότητας και της πολιτικής εξουσίας. Το σίγουρο είναι ένα. Οι παίκτες της Αμέντσπορ θα αγωνιστούν για τα όνειρα, την πίστη, τα παιδιά τους, φορώντας τη βυζαντινή φορεσιά τους, όπως τραγουδά και ο Παντελής Θαλασσινός στο τραγούδι «Φανέλα με Δικέφαλο».
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο