Από «απλός» καθηγητής μαθηματικών σε ιδιωτικό σχολείο της Νέας Υόρκης, ο Jeffrey Epstein κατάφερε να πλασαριστεί ως άνθρωπος της ελίτ, να ανοίξει πόρτες στη Wall Street και να χτίσει ένα δίκτυο σχέσεων που λειτουργούσε σαν κλειστό κλαμπ εξυπηρετήσεων, επιρροής και χρήματος. Αυτό περιγράφει δημοσίευμα της Le Figaro, σκιαγραφώντας έναν άνθρωπο που –όπως αναφέρεται– «έλεγε ψέματα για τα πάντα», αλλά ήξερε καλύτερα από τον καθένα πώς να πουλάει τον εαυτό του και να δένει τους άλλους μαζί του.

Σύμφωνα με την αφήγηση, ο Epstein εμφανίζεται ως μη πιστοποιημένος οικονομικός σύμβουλος, χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο, με εικόνα κοσμικού χειριστή και «γοητευτικού παίκτη», ο οποίος παρείχε «χάρες», συμβουλές και πληροφορίες σε όσους έμπαιναν στο σύστημά του – και πληρωνόταν εξίσου διακριτικά. Το παράδοξο; Παρότι έζησε σαν πολυδισεκατομμυριούχος, το δημοσίευμα σημειώνει ότι δεν ήταν ποτέ πραγματικός δισεκατομμυριούχος: στο απόγειο της πορείας του η καθαρή του περιουσία φέρεται να άγγιζε περίπου τα 600 εκατ. δολάρια, ποσό μικρό σε σύγκριση με τους υπερ-πλούσιους που είχε δίπλα του.

Πολυτελής βιτρίνα, πραγματικός σκοπός: το δίκτυο

Το «μοντέλο» Epstein, όπως περιγράφεται, απαιτούσε τεράστια ρευστότητα: τεράστια ακίνητα, μετακινήσεις χωρίς σταματημό και μια ζωή σχεδιασμένη να παράγει κύρος. Στη λίστα των περιουσιακών του στοιχείων εμφανίζονται: μία από τις μεγαλύτερες επαύλεις στη Νέα Υόρκη, ιδιωτικό νησί στην Καραϊβική (Little Saint James), κτήμα στο Palm Beach, ράντσο στο Νέο Μεξικό, διαμέρισμα στο Παρίσι, αλλά και αεροπλάνα – ανάμεσά τους και Boeing 727 με το παρατσούκλι «Lolita Express». Η χλιδή δεν παρουσιάζεται ως προσωπική ματαιοδοξία, αλλά ως εργαλείο: χωρίς τη χλιδή, δεν κρατιέται ζωντανό ένα δίκτυο ανθρώπων που ανταλλάσσει επιρροή, εμπιστευτικότητα και «εξυπηρετήσεις».

Από το Dalton στη Bear Stearns: η μεγάλη «είσοδος»

Η αρχή γίνεται το 1976, όταν ο Epstein, με μέτριο οικογενειακό υπόβαθρο στο Μπρούκλιν, βρίσκει δουλειά ως καθηγητής μαθηματικών στο Dalton School – σχολείο της Νέας Υόρκης για παιδιά πλούσιων οικογενειών. Εκεί, μέσω κοινωνικών κύκλων γονέων, φτάνει σε επαφή με τον «Ace» Greenberg της Bear Stearns. Η τράπεζα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είχε κουλτούρα που ευνοούσε «πεινασμένους» νέους με εμπορικό ένστικτο, όχι κατ’ ανάγκη αποφοίτους των κορυφαίων πανεπιστημίων. Ο Epstein εντυπωσιάζει, προσλαμβάνεται άμεσα και –όπως τονίζεται– από νωρίς δείχνει ότι ξέρει να πουλάει όχι προϊόν, αλλά τον ίδιο του τον μύθο.

«Το ψέμα αποδίδει»: η στιγμή που κατάλαβε το παιχνίδι

Κομβικό σημείο της ιστορίας είναι όταν αποκαλύπτεται καθυστερημένα ότι είπε ψέματα για το βιογραφικό του και τα πτυχία του. Αντί να τελειώσει εκεί, έχει ήδη «δέσει» σχέσεις και έχει αποδείξει χρησιμότητα. Σε ερώτηση γιατί είπε ψέματα, φέρεται να απάντησε κυνικά ότι αλλιώς δεν θα του έδινε κανείς ευκαιρία. Το συμπέρασμα που «παίρνει» –κατά τη Le Figaro– είναι απλό: όταν γίνεται σωστά, το ψέμα όχι μόνο δεν τιμωρείται, αλλά ανταμείβεται.

Τη φράση «Έλεγε ψέματα για τα πάντα» αποδίδει το κείμενο στη Lynn Greenberg, κόρη του ισχυρού τραπεζίτη, με την οποία ο Epstein είχε σύντομη σχέση. Και κάπου εκεί ξεδιπλώνεται η μέθοδος: αποπλάνηση, χειρισμός, κοινωνική αναρρίχηση, σχέσεις που δεν καίγονται ποτέ πλήρως – γιατί ακόμη κι όσοι τον έκοβαν, συνέχιζαν να τον σέβονται αρκετά ώστε να τον βοηθούν.

Παραβάσεις που «θάβονταν» και ένα σύστημα ανοχής

Στο δημοσίευμα περιγράφονται επεισόδια που –όπως παρουσιάζεται– θάφτηκαν ή δεν οδήγησαν σε ουσιαστικό κόστος: παραποίηση εξόδων (με αναφορά σε φορέματα και κοσμήματα για ερωμένη), υποψίες για διάχυση εμπιστευτικών πληροφοριών, πρακτικές γύρω από IPO. Όταν η Bear Stearns τον πιάνει να «ενημερώνει» συνεργάτες για ημερομηνίες IPO, δεν ακολουθεί η κλασική πορεία πειθαρχίας: ο Epstein παραιτείται παριστάνοντας τον αδικημένο και συνεχίζει μόνος, με τα εφόδια που απέκτησε μέσα στο σύστημα.

«Παλιό χρήμα», όπλα, Concorde: η διείσδυση στους κλειστούς κύκλους

Ένα ακόμη βήμα είναι η είσοδος στον κόσμο του βρετανικού «παλιού χρήματος», μέσω σχέσης με τον Douglas Leese, πρόσωπο με διασυνδέσεις στη βιομηχανία όπλων και στην πολιτική του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκεί «μαθαίνει κώδικες» και τελετουργίες, αλλά αργότερα η σχέση χαλάει με καταγγελίες για κατάχρηση εξόδων (ταξίδια με Concorde και διαμονές σε υπερπολυτελή ξενοδοχεία).

Η σκοτεινή πλευρά του “networking”

Σε ένα από τα πιο βαριά σημεία, η αφήγηση περιγράφει πώς γυναίκες, ακόμη και μέσω επαγγελματικών διαδρομών (αναφέρεται παράδειγμα νεαρών που εργάζονταν ή είχαν επαφή με την Bear Stearns), κατέληγαν στον χώρο του (Solow Tower) και «αναμενόταν» να συμμετέχουν σε καταστάσεις που ξεπερνούσαν κάθε επαγγελματικό πλαίσιο. Το κείμενο εντάσσει αυτές τις πρακτικές σε ένα μοντέλο ισχύος: ο Epstein, κατά το δημοσίευμα, χρησιμοποιούσε τον χώρο, τη χλιδή και το “κύρος” για να στήνει συνθήκες ελέγχου.

Hoffenberg, Ponzi και «σχέδια» χειραγώγησης

Το δημοσίευμα περνά και από συνεργασίες με πρόσωπα που αργότερα καταδικάστηκαν (όπως ο Steven Hoffenberg, με αναφορά σε σχήμα Ponzi), ενώ περιγράφει «αδιανόητα σήμερα» χρηματιστηριακά σενάρια: συσσώρευση μετοχών, διασπορά φημών για εχθρικές εξαγορές, εκτίναξη τιμής και πώληση με κέρδη. Η εικόνα που δίνεται είναι ότι κινήθηκε συνεχώς στη γκρίζα ζώνη, με την προστασία που του πρόσφερε η χρησιμότητά του σε ισχυρούς κύκλους.

Ο “επιταχυντής” Wexner και η απόλυτη πρόσβαση

Το πιο καθοριστικό κεφάλαιο, σύμφωνα με τη Le Figaro, ήταν η γνωριμία με τον Les Wexner (L Brands/Victoria’s Secret). Μέσα σε έναν χρόνο, ο Epstein φέρεται να εκτόπισε τον προηγούμενο σύμβουλο και να απέκτησε ακόμη και πληρεξούσιο, ώστε να υπογράφει συμφωνίες για λογαριασμό του δισεκατομμυριούχου. Οι συνεργάτες του Wexner, ανήσυχοι, προσέλαβαν –όπως αναφέρεται– την Kroll για έρευνα, χωρίς αποτέλεσμα: ο Wexner «ήταν υπό την επήρεια» του Epstein.

Σε αυτή την περίοδο τοποθετείται και η αγορά ακινήτου στο Palm Beach, κοντά στο Mar-a-Lago, με το δημοσίευμα να αναφέρει ότι για ένα διάστημα υπήρξε και κοινωνική συναναστροφή με τον Donald Trump.

2007: Οι πρώτες βαριές κατηγορίες και το τέλος μιας “συμμαχίας”

Η πρώτη κατηγορία για προσέλκυση ανηλίκων και πορνεία (2007) παρουσιάζεται ως επιταχυντής της ρήξης με τον Wexner. Από εκεί και μετά, ο Epstein εμφανίζεται να διαχειρίζεται ή να συμβουλεύει περιουσίες άλλων ισχυρών, όπως ο Leon Black (Apollo), με τη σχέση αυτή να τον στοιχειώνει δημόσια χρόνια αργότερα. Στο δημοσίευμα αναφέρονται επίσης μεγάλα ποσά που αποδίδονται ως «αμοιβές» για συμβουλές, αλλά και αναφορές ότι πληρώθηκαν γυναίκες που κατηγορούσαν τον Epstein για σεξουαλική επίθεση.

Στη λίστα όσων –κατά τα δημοσιεύματα που επικαλείται το κείμενο– φέρονται να ζήτησαν υπηρεσίες/συμβουλές, περιλαμβάνονται η Elizabeth Johnson (Johnson & Johnson) και η Ariane de Rothschild, με αναφορά σε αμοιβές δεκάδων εκατομμυρίων ακόμη και μετά την αποφυλάκισή του.

Παρθένες Νήσοι και Little Saint James: ο τόπος όπου «κρυβόταν» το έγκλημα

Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων στις Παρθένες Νήσους και στην αγορά του Little Saint James το 1998. Η εικόνα που δίνεται είναι ότι το νησί δεν ήταν «απλώς παράδεισος», αλλά εργαλείο απόκρυψης: χώρος μακριά από αδιάκριτα βλέμματα, σε περιβάλλον όπου η φορολογία και οι τοπικές δομές μπορούν να διευκολύνουν σκοτεινές πρακτικές.

Η Le Figaro παρουσιάζει τον Epstein όχι ως οικονομική “ιδιοφυΐα”, αλλά ως επαγγελματία χειριστή. Ήταν άνθρωπος που έφτιαξε πλούτο και ισχύ μέσω σχέσεων, μυστικότητας, υποσχέσεων, πληροφοριών και ενός τρόπου ζωής-βιτρίνας, που κρατούσε μέσα του ένα δίκτυο εξυπηρετήσεων και εκβιαστικών σιωπών. Και όταν το σύστημα άρχισε να ραγίζει, η πτώση δεν ήταν απλώς διαδικαστική! Ήταν και αποκάλυψη του πώς λειτουργεί, στην πράξη, η σκοτεινή πλευρά της ελίτ.