Με φόντο ένα εξαιρετικά ρευστό διεθνές περιβάλλον, όπου οι ισορροπίες ασφαλείας δοκιμάζονται από πολλαπλά μέτωπα – από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή μέχρι την εντεινόμενη στρατηγική παρουσία μεγάλων δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο—, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ετοιμάζεται στις 11 Φεβρουαρίου να συναντηθεί για δέκατη φορά ως πρωθυπουργός με τον Ταγίπ Ερντογάν στην Αγκυρα. Πρόκειται για μια συνάντηση που δεν φέρνει αναγκαστικά βαθιές λύσεις περί οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο —τον πιο κρίσιμο δηλαδή άξονα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης— αλλά προσπαθεί να στείλει ένα μήνυμα σταθερότητας σε μια περιοχή που δοκιμάζεται από πολλαπλές πιέσεις.

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη η δυστοκία που χαρακτηρίζει τον πολιτικό διάλογο ανάμεσα στις δύο πλευρές. Για να πραγματοποιηθεί η συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) Ελλάδας-Τουρκίας απαιτήθηκε ένα διάστημα σχεδόν δύο ετών —διάστημα στο οποίο σημειώθηκαν αποτυχημένες προσπάθειες, αλλαγές προτεραιοτήτων και επανειλημμένες εντάσεις, τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και επί του πεδίου. Αυτές συμπεριλαμβάνουν άβολες «παρεξηγήσεις» γύρω από έργα υποδομών, την απειλή ελληνικού βέτο για την τουρκική συμμετοχή σε στρατιωτικά σχήματα αν δεν αρθεί το casus belli, αλλά και παρεμβάσεις σε χωρικά ύδατα και ενεργειακές ζώνες. Η συσσώρευση αυτών των παραγόντων έχει καταστήσει τον ελληνοτουρκικό διάλογο πολύ πιο περίπλοκο απ’ ό,τι πριν.

Διαβάστε τη συνέχεια στο newpost.gr