Με καθαρό λόγο και αιχμηρές επισημάνσεις, ο αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κούσαντας, μιλώντας στο International Institute of Strategy και τον Ανδρέα Μουντζουρούλια, ανέλυσε τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τη θέση της Ελλάδας, τον ρόλο της Τουρκίας και τις στρατηγικές επιδιώξεις Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών. Η βασική του θέση ήταν ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο περιθώριο των εξελίξεων, αλλά συμμετέχει ήδη ενεργά και πολυεπίπεδα στο πεδίο, από το Διδυμότειχο και τη Λήμνο έως την Κάρπαθο, τη Σούδα και την αποστολή F-16 και φρεγατών στην Κύπρο. Όπως τόνισε, η χώρα μας έχει πλέον έμπρακτη παρουσία σε έναν ευρύτερο δυτικό γεωστρατηγικό άξονα που συνδέει Ελλάδα, Κυπριακή Δημοκρατία, Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες, με προεκτάσεις προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ινδία, στο πλαίσιο και του IMEC, του νέου διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης.

Απέναντι σε αυτή τη νέα διάταξη δυνάμεων, ο κ. Κούσαντας περιέγραψε την Τουρκία ως δύναμη απούσα από τη Δύση, παρότι τυπικά ανήκει στο ΝΑΤΟ. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα έχει πολύ περισσότερα κοινά με τη λογική των BRICS και του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης παρά με τις αρχές και τις αξίες της Δύσης, κάτι που αποτυπώνεται και στη στάση της απέναντι στον πόλεμο Ισραήλ-ΗΠΑ κατά του Ιράν. Κατά την εκτίμησή του, η αποστολή των έξι τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα δεν έγινε επειδή η Τουρκία αισθάνεται στρατιωτική απειλή από τη Χαμάς ή τη Χεζμπολάχ, αλλά κυρίως ως κίνηση εσωτερικής κατανάλωσης, αντιπερισπασμού και εντυπωσιασμού της τουρκικής κοινής γνώμης. Με απλά λόγια, η Άγκυρα θέλει να δείξει ότι είναι παρούσα, ενώ στην πράξη είναι εκτός του βασικού δυτικού σχεδιασμού και βλέπει τον ελληνισμό να ενισχύει τον ρόλο του.

Ο αντιστράτηγος ε.α. στάθηκε ιδιαίτερα και στη στρατηγική υπεροχή που αποκτά το Ισραήλ μετά τον πόλεμο των 12 ημερών και τη συνολική φθορά που έχει υποστεί το Ιράν. Όπως εκτίμησε, το Ισραήλ έχει ήδη πετύχει σε μεγάλο βαθμό τους κύριους αντικειμενικούς του σκοπούς: την απομείωση του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν και τη μεγάλη καταστροφή των δυνατοτήτων του σε drones. Υπενθύμισε μάλιστα ότι, σύμφωνα με όσα ανέφεραν αμερικανικές στρατιωτικές πηγές, το ιρανικό βαλλιστικό πρόγραμμα έχει πληγεί σε ποσοστό που πλησιάζει το 90%, ενώ οι δυνατότητες των drones έχουν επίσης μειωθεί δραστικά. Παράλληλα, σημείωσε ότι με την καταστροφή δεκάδων πλοίων του ιρανικού Πολεμικού Ναυτικού, η Τεχεράνη δεν έχει πλέον τον ίδιο έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που αλλάζει συνολικά την ισορροπία ισχύος στην περιοχή.

Το μόνο μείζον ανοιχτό ζήτημα, κατά τον κ. Κούσαντα, παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα και ειδικότερα η τύχη του πυρηνικού υλικού του Ιράν. Εκεί εντόπισε και τον επόμενο κρίσιμο σταθμό των εξελίξεων, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ειδικών επιχειρήσεων μέσα στο ιρανικό έδαφος για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση του πυρηνικού υλικού. Υπογράμμισε ότι μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, εφόσον διαθέτουν την τεχνογνωσία, την τεχνολογία και τη διείσδυση που απαιτείται. Κατά τον ίδιο, αν επιτευχθεί και αυτός ο στόχος, τότε για το Ισραήλ η βασική στρατηγική αποστολή θα έχει ολοκληρωθεί.

Σε ό,τι αφορά το μέλλον του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος, ο Κωνσταντίνος Κούσαντας έβαλε τα πράγματα σε μια πιο ψυχρή γεωπολιτική βάση. Τόνισε ότι ούτε ο Τραμπ ούτε ο Νετανιάχου ενδιαφέρονται πρωτίστως για το αν το Ιράν θα μετατραπεί σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία ή αν θα αλλάξει ριζικά το πολιτειακό του σύστημα. Εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να σταματήσει το Ιράν να λειτουργεί ως τροφοδότης και καθοδηγητής παραστρατιωτικών οργανώσεων, όπως οι Χούθι, η Χεζμπολάχ και η Χαμάς, οι οποίες, όπως σημείωσε, έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς αποσταθεροποίησης της διεθνούς ναυσιπλοΐας, της ενέργειας και της εμπορικής ασφάλειας. Με αυτή τη λογική, η Δύση θα θεωρήσει επιτυχία όχι απαραίτητα μια πλήρη αλλαγή καθεστώτος, αλλά ένα Ιράν που θα πάψει να λειτουργεί ως πυρήνας περιφερειακής αποσταθεροποίησης.

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε και στις εξελίξεις γύρω από την Τουρκία και τα δυτικά εξοπλιστικά της σχέδια. Ο κ. Κούσαντας εκτίμησε ότι η μεταφορά των τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα έχει ήδη προκαλέσει δυσαρέσκεια σε κύκλους του αμερικανικού Κογκρέσου, ακριβώς επειδή παραβιάζει το πνεύμα των αμερικανικών περιορισμών και έρχεται σε αντίθεση με τη γενικότερη αντίληψη της Ουάσιγκτον για τον τρέχοντα πόλεμο. Υποστήριξε μάλιστα ότι, αν η κατάσταση συνεχιστεί έτσι, η Τουρκία δεν θα δυσκολευτεί μόνο με τα Eurofighter ή τα Rafale που ήθελε να αποκτήσει από τρίτες χώρες, αλλά πιθανόν να βρει μπροστά της και νέα εμπόδια ακόμη και στο αμερικανικό σκέλος των εξοπλισμών της.

Στην ίδια συζήτηση, ο αντιστράτηγος ε.α. ανέδειξε και τον κινεζικό παράγοντα, λέγοντας ότι ο πόλεμος αυτός πλήττει πρωτίστως την Κίνα στο επίπεδο της ενεργειακής ασφάλειας. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η Κίνα εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ενέργεια του Περσικού Κόλπου και η αποσταθεροποίηση των ροών πετρελαίου και LNG τη χτυπά καίρια. Παρότι άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο κινεζικής τεχνολογικής βοήθειας σε ζητήματα πλοήγησης ή πληροφοριών προς το Ιράν, εκτίμησε ότι τελικά το ίδιο το Ιράν, μετά το τέλος του πολέμου, θα αναγκαστεί να κινηθεί προς ένα νέο άνοιγμα στη Δύση. Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιδιώξουν πρόσβαση και επιρροή στα τεράστια ενεργειακά αποθέματα του Ιράν, σε μια λογική που θα θυμίζει την επιδίωξη ελέγχου ή προστασίας κρίσιμων ενεργειακών κόμβων.

Το συνολικό μήνυμα της παρέμβασης του Κωνσταντίνου Κούσαντα ήταν σαφές: η Ελλάδα ενισχύεται μέσα στο νέο στρατηγικό περιβάλλον, η Τουρκία αποκαλύπτει όλο και περισσότερο τον αναθεωρητικό και αντιδυτικό της χαρακτήρα, το Ισραήλ αποκτά πρωτοφανή επιχειρησιακή εμβέλεια και η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε νέα φάση, όπου το Ιράν δύσκολα θα μπορέσει να επιστρέψει στο προηγούμενο μοντέλο ισχύος που είχε οικοδομήσει μέσω πυραύλων, drones, πληρεξουσίων και ελέγχου των θαλάσσιων διόδων.