Με σαφή διάθεση να απομακρύνει τη συζήτηση από τις εύκολες ταυτίσεις και τις ιδεολογικές παρωπίδες, ο Στέφανος Καραβίδας επιχείρησε να δώσει στο Newsbomb μια ψύχραιμη, στρατηγική ανάγνωση της κρίσης γύρω από το Ιράν. Όπως ανέφερε από την αρχή της παρέμβασής του, στόχος δεν είναι να αναπαραχθούν ούτε δοξασίες ούτε προσωπικές επιθυμίες, αλλά να μεταφερθεί η εικόνα που προκύπτει μέσα από εμπειρία και παρατήρηση του πεδίου.
Στο πλαίσιο αυτό, ασκεί έντονη κριτική στον τρόπο με τον οποίο μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης αντιμετωπίζει τη σύγκρουση. Όπως σημειώνει, στην Ελλάδα ο πόλεμος προσεγγίζεται για ακόμη μία φορά με «οπαδικά» κριτήρια, γεγονός που οδηγεί σε διχασμό και τελικά θολώνει την ουσία. Κατά την εκτίμησή του, τέτοιες κρίσεις δεν αναλύονται με συναισθηματισμούς, ούτε με τη λογική ότι υπάρχει μια απολύτως δίκαιη και μια απολύτως άδικη πλευρά.
Ο ίδιος απορρίπτει ευθέως το σχήμα του «καλού» και του «κακού». Αναγνωρίζει ότι το Ισραήλ αντέδρασε απέναντι σε υπαρκτή απειλή, ωστόσο τονίζει πως η αντίδρασή του στη Γάζα έχει υπερβεί τα όρια της νόμιμης άμυνας και έχει οδηγήσει σε ανθρωπιστική κρίση. Από την άλλη, ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να δοθεί λευκή επιταγή ούτε στο ιρανικό καθεστώς, το οποίο, όπως αναφέρει, έχει δείξει σκληρότητα απέναντι στους ίδιους του τους πολίτες και έχει στοχοποιήσει οικιστικούς ιστούς και πολιτικές εγκαταστάσεις στον αραβικό κόσμο, με βαρύ τίμημα για αθώους πολίτες.
Από αυτή τη θέση ισορροπίας, ο Καραβίδας καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που αφορά ευθέως την ελληνική οπτική: το βασικό ερώτημα δεν είναι με ποια πλευρά θα ταυτιστεί κανείς απόλυτα, αλλά πώς η Ελλάδα και η Κύπρος θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που δημιουργεί η νέα κατάσταση, αποφεύγοντας παράλληλα τους κινδύνους που εγκυμονεί.
Στην ανάλυσή του περιγράφει τη σύγκρουση ως μια κλιμακούμενη στρατηγική εξαναγκασμού με διακριτά στάδια. Πρώτα ήρθε η απειλή, στη συνέχεια η απόπειρα «αποκεφαλισμού» της ηγεσίας, έπειτα η πίεση προς τον πληθυσμό με στόχο είτε να καμφθεί η αντοχή του είτε να βγει στους δρόμους η αντιπολίτευση. Όπως υποστηρίζει, καμία από αυτές τις φάσεις δεν απέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό, κατά την εκτίμησή του, το μόνο εργαλείο που απομένει είναι το λεγόμενο denial, δηλαδή η συστηματική στοχοποίηση των εναπομεινασών στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, σε μια στρατηγική φθοράς που θα μπορούσε να παράξει πολιτικό αποτέλεσμα μέσα σε τέσσερις έως έξι εβδομάδες.
Στο ίδιο πλαίσιο, δεν αποκλείει ακόμη και το ενδεχόμενο χερσαίας εισβολής, εξηγώντας ότι όταν η πίεση από αέρος και πυραύλους δεν αποδίδει τα αναμενόμενα, η αναμέτρηση περνά αναγκαστικά σε επόμενο επίπεδο. Πρόκειται για εκτίμηση που δείχνει, σύμφωνα με τον ίδιο, πόσο σοβαρά πρέπει να αντιμετωπίζεται η κλιμάκωση και πόσο μακριά βρισκόμαστε από την αντίληψη μιας περιορισμένης ή εύκολα ελέγξιμης κρίσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στον ρόλο της αεροπορικής ισχύος, την οποία χαρακτηρίζει απόλυτο μέτρο σύγκρισης σε τέτοιου τύπου πολέμους. Όπως υπογραμμίζει, χωρίς αεροπορική υπεροχή είναι ουσιαστικά θέμα χρόνου να επιβληθεί η στρατηγική του denial. Αναγνωρίζει μεν ότι η βληματοκεντρική στρατηγική του Ιράν έχει λάβει τεράστια δημοσιότητα, όμως επιμένει ότι βαλλιστικά και πυραυλικά μέσα δεν αρκούν από μόνα τους για να αντέξει ένα κράτος σε μακρά και συντονισμένη πίεση, εφόσον απουσιάζει η αναγκαία αεροπορική κάλυψη.
Ταυτόχρονα, σπεύδει να επισημάνει ότι το εσωτερικό του Ιράν παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο έδαφος. Η συνοχή του καθεστώτος, η ανθεκτικότητα της κοινωνίας και το τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας συνιστούν παραμέτρους που παραμένουν αβέβαιες. Γι’ αυτό και κάθε πρόβλεψη, όσο τεκμηριωμένη κι αν είναι, οφείλει να διατηρεί ένα σοβαρό ποσοστό επιφύλαξης.
Ξεχωριστό κεφάλαιο της ανάλυσής του αποτελεί ο ρόλος των αραβικών κρατών. Ο Καραβίδας θεωρεί ότι τα κράτη αυτά δεν φέρουν ευθύνη για το ξέσπασμα της κρίσης. Αντιθέτως, είναι εκείνα που υφίστανται τις συνέπειες της παρατεταμένης αβεβαιότητας, τόσο στο πεδίο της ασφάλειας όσο και σε εκείνο των επενδύσεων. Παρατηρεί ότι τον πρώτο μήνα επικράτησε στρατηγική ψυχραιμία από την πλευρά τους, ωστόσο εκτιμά ότι όσο παρατείνεται ο πόλεμος τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να πιέσουν και οι ίδιες τη Δύση προς μια πιο οριστική λύση.
Στέκεται δε ιδιαίτερα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, υπογραμμίζοντας ότι έχουν ήδη επιλέξει μια πορεία που υπηρετεί τη δική τους ασφάλεια και στρατηγική αναβάθμιση, μέσα από στενή συνεργασία με τη Δύση και μέσα από τον ρόλο τους ως κόμβων ενέργειας, τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης. Η επισήμανση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς συνδέεται άμεσα με το επόμενο και πιο κρίσιμο, κατά τον ίδιο, ζήτημα: την ελληνική παρουσία στην περιοχή.
Κατά τον Καραβίδα, η συγκυρία δεν επιτρέπει στην Αθήνα να λειτουργεί παθητικά ή να περιμένει απλώς τις εξελίξεις. Αντιθέτως, απαιτεί ενεργό στρατηγική. Στο πλαίσιο αυτό συνδέει και την παρουσία του υπουργού Άμυνας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με την ανάγκη να αποκτήσει ουσία η ελληνική αμυντική συμφωνία με τα ΗΑΕ και ειδικά η ρήτρα αμυντικής συνδρομής. Η Ελλάδα, όπως τονίζει, οφείλει να προβάλλεται ως αξιόπιστος πάροχος ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και στον αραβικό χώρο.
Για τον ίδιο, το ζητούμενο είναι η Αθήνα να «εργαλειοποιήσει» το στρατηγικό της αποτύπωμα. Με άλλα λόγια, να μετατρέψει τη γεωγραφία, τις συμμαχίες, τη ναυτική και αεροπορική της παρουσία, αλλά και τη σύνδεσή της με την Κύπρο και τα αραβικά κράτη, σε πραγματικό διπλωματικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα.
Σε αυτό το σημείο φέρνει στο κέντρο της συζήτησης την Κύπρο, την οποία θεωρεί πυρήνα του ελληνικού στρατηγικού σχεδιασμού. Η θέση του είναι απόλυτη: το Κυπριακό παραμένει ζήτημα εισβολής και κατοχής και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με λογικές διαχείρισης ή εξομάλυνσης. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να επανέλθει σταθερά και ξεκάθαρα στο δόγμα του ενιαίου αμυντικού χώρου, δηλαδή στη στρατιωτική παρουσία και υποστήριξη της Κύπρου ως αναπόσπαστου τμήματος του ευρύτερου ελληνικού στρατηγικού σχεδιασμού.
Συνδέει, μάλιστα, τη στάση αυτή με την ίδια την αξιοπιστία της χώρας. Η αποστολή αεροναυτικών δυνάμεων, η υποστήριξη συμμάχων και η συνεχής παρουσία στην ευρύτερη περιοχή, κατά την άποψή του, είναι στοιχεία που αποδεικνύουν αν μια χώρα είναι πράγματι σοβαρός παίκτης ασφάλειας ή απλώς θεατής των εξελίξεων.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Καραβίδας εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι στην Τουρκία, την οποία χαρακτηρίζει συνολικά αναξιόπιστη και εκτιμά ότι η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική ενδέχεται να δημιουργήσει αργότερα πίεση και προς την Άγκυρα. Παράλληλα, επιμένει ότι ο Ελληνισμός πρέπει να μετατοπίσει τη συζήτηση από την απλή διαχείριση σε πιο επιθετική διεκδίκηση δικαιωμάτων, με ξεκάθαρη επιμονή στην αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων από την Κύπρο.
Η συνέντευξη ολοκληρώνεται με ένα μήνυμα ενότητας και νηφαλιότητας. Ο Στέφανος Καραβίδας καλεί τους Έλληνες να μην αντιμετωπίζουν τέτοιες διεθνείς συγκρούσεις ως πεδίο εσωτερικού διχασμού. Ο καθένας, λέει, μπορεί να έχει τη δική του οπτική για το Ισραήλ, το Ιράν, τις χώρες του Κόλπου ή τη Δύση. Πάνω απ’ όλα όμως, η προτεραιότητα πρέπει να είναι μία: το εθνικό συμφέρον. Και η τελική του ευχή συνοψίζει ίσως καλύτερα από καθετί άλλο το πνεύμα της παρέμβασής του: να αποδειχθεί η πραγματικότητα λιγότερο βαριά από εκείνη που σήμερα πολλοί φοβούνται.
Super League
Premier League
Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων
Champions League
Europa League
UEFA Conference League
Bundesliga
Serie A
La Liga
Ligue 1
Superleague 2
Κύπελλο Ελλάδας
Euroleague
Basket League
NBA
Eurocup
Basketball Champions League
Volley
Tennis
Πόλο
Στίβος
Αυτοκίνητο